ΚΩΔΙΚΟΣ NATURA GR2420012: ΖΩΝΗ ΕΙΔΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΙΟΛΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ. ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ BUBO-BUBO. ΣτΕ 47/2018 μέρος Ε΄




ΚΩΔΙΚΟΣ NATURA GR2420012
 ΖΩΝΗ ΕΙΔΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΙΟΛΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ 

Από το 1979 η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της δημιούργησαν ένα δίκτυο προστατευόμενων περιοχών για τους οικοτόπους και τα είδη. Το 2017 συμπεριλήφθηκαν πάνω από 27.500 περιοχές Natura 2000, συνολικής έκτασης άνω του 18% της επιφανείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και περίπου 395.000 km2 θαλάσσιας επικράτειας. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ για τα ενδιαιτήματα (Οδηγία Φύση 2.000), τα έργα και τα σχέδια εντός των ζωνών αυτών ή στην περιοχή τους, απαιτούν μια κατάλληλη (δέουσα-ενδεδειγμένη) αξιολόγηση επιπτώσεων (an appropriate assessment), ώστε να διασφαλίζεται ότι αυτά δεν θα έχουν σημαντική επίπτωση στην ακεραιότητα της περιοχής Natura 2000 για την οποία κάθε φορά πρόκειται. Ένα σχέδιο ή έργο πρέπει να απορριφθεί από τις εθνικές αρχές, εάν αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί χωρίς να παραμείνουν λογικές επιστημονικές αμφιβολίες. Η σημασία του ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου Natura 2000 επομένως δεν έγκειται μόνο στον αριθμό των τοποθεσιών του και στο μέγεθος των περιοχών που προστατεύονται, αλλά σε θεμελιώδη βαθμό και στην κατάλληλη αξιολόγηση που πραγματοποιείται για όλα τα σχέδια και τα έργα που ενδεχομένως τις επηρεάζουν αρνητικά. Ειδάλλως τι νόημα θα είχε να κηρύσσονται περιοχές ως προστατευόμενες και στην συνέχεια, λόγω της οικονομικής μεγέθυνσης που συνεπάγεται την προώθηση αναπτυξιακών σχεδιασμών και την κατασκευή έργων υποδομής, αυτές να περιέρχονται σε κατάσταση που δεν δικαιολογεί τον ειδικό χαρακτήρα που τους αναγνωρίστηκε με νομοθετική διαδικασία; Συγκεκριμένα, σε συνδυασμό με τις άλλες αυστηρές απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 3 της Οδηγίας Φύση 2000, οι αποσαφηνίσεις από το ΔΕΕ (The European Court of Justice-ECJ) όσον αφορά στις κατανομές των κινδύνων που συνδέονται με τον προσδιορισμό και την πρόβλεψη των επιπτώσεων που θα πρέπει να συνυπολογίζονται για τον περιορισμό των κάθε είδους αναπτυξιακών προτάσεων, τοποθέτησε σε υψηλό επίπεδο την προστασία των περιοχών του δικτύου Natura 2000, τόσο υψηλό, ώστε το επίπεδο προστασίας θεωρείται μερικές φορές υπερβολικά αυστηρό, καθώς επιβάλλει περιορισμούς που θεωρούνται υπέρμετροι σε σχέση με τις κοινωνικές και οικονομικές ελευθερίες καθώς και την λεγόμενη ανάπτυξη. Αυτή η αντίληψη όμως παραβλέπει το γεγονός ότι το δίκτυο Natura 2000 ορθώς διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο στην προστασία της βιολογικής ποικιλομορφίας επειδή έχει σχεδιαστεί για να προστατεύσει την κοινή φυσική κληρονομιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ίδια αντίληψη δεν λαμβάνει υπ’ όψιν και τα διδάγματα της κοινής πείρας, εφόσον η διατήρηση της φύσης συχνά μπαίνει σε δεύτερη μοίρα (short end), όταν στη πράξη σταθμίζεται με τα αναπτυξιακά σχέδια, βλέπε οικονομικά συμφέροντα. Αυτή η κληρονομιά εξακολουθεί να απειλείται από τη συνεχιζόμενη αρνητική εξέλιξη της βιοποικιλότητας στην ΕΕ και την Ελλάδα, έτσι ώστε να απαιτείται κάθε προσπάθεια για την προστασία της. Αντίθετα, το δίκτυο των περιοχών Natura 2000 δεν είναι μια σοβαρή απειλή για την οικονομική ανάπτυξη της ΕΕ, καθώς τα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ διαθέτουν ήδη αρκετά αναπτυγμένες υποδομές και η (εδαφική) επέκταση τους επιτρέπεται με την χρήση του άρθρου 6 παράγραφος 4 της Οδηγίας για την Φύση. Στο βαθμό που οι επικριτές της νομικής προστασίας των περιοχών Natura, με βάση την εξελισσόμενη νομολογία του Δικαστηρίου της Ε.Ε., διαμαρτύρονται, καταλογίζοντας το γεγονός ότι οι πολίτες που θεωρούν ότι πλήττονται, μπορούν καταχρηστικά να απαιτούν από τις αρχές και τους κύριους των έργων-αναπτυξιακών προτάσεων, κατάλληλες εκτιμήσεις επιπτώσεων (δέουσες εκτιμήσεις), αναφέροντας ότι τα ζώα και τα φυτά με αυτό τον τρόπο λαμβάνουν μεγαλύτερη προστασία από τους ανθρώπους, απλώς παρερμηνεύουν τις καταστάσεις, αντιστρέφοντας την αιτία και το αποτέλεσμα. Οι λόγοι της συχνής προβολής και νομικής χρήσης της νομοθεσίας για τις περιοχές Natura, ιδίως του άρθρου 6, (2), (3) της Οδηγίας για τους φυσικούς οικοτόπους ανάγονται στην ανάγκη των πληγέντων πολιτών για προστασία από τον θόρυβο, τους ρύπους και άλλες δυσμενείς επιπτώσεις στο τοπικό και ευρύτερο περιβάλλον τους, ακόμη και στο τοπίο και όχι σε προσωπικές πεποιθήσεις και αξιώματα. Βάσει της τρέχουσας νομικής κατάστασης στην Ελλάδα και σε άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε. τα συμφέροντα των πολιτών και των περιβαλλοντικών οργανώσεων, σε συντριπτικό βαθμό, δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν στο πλαίσιο της αξιολόγησης που πραγματοποιείται κατά τη λήψη αποφάσεων από τις αρχές. Στις περιπτώσεις αυτές, το γεγονός ότι πολύ συχνά στην Ευρώπη (στην Ελλάδα δεν ανιχνεύονται ποτέ σημαντικές επιπτώσεις από έργα) δεν αναμένονται σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις με βάση τις δήθεν επιστημονικές γνώσεις που μεταχειρίζονται τα μισθωμένα από τους ενδιαφερόμενους γραφεία περιβαλλοντικών μελετών, δεν αποτελεί την μοναδική υποχρεωτική προϋπόθεση για την έγκριση ενός προτεινόμενου αναπτυξιακού έργου. Επομένως η αξιοποίηση της νομοθεσίας και της σχετικής νομολογίας ΔΕΕ ενώπιον των εθνικών Δικαστηρίων,  με σκοπό τη διατήρηση του δικτύου Natura 2000, δεν αντανακλά παρά τα ελλείμματα σε σχέση με την προστασία των πολιτών. (πηγή expand article infoStefan Möckel, με προσαρμογή)

Επιπροσθέτως όταν οι αξιολογήσεις στα πλαίσια του άρθρου 6.3 δεν έχουν συμμορφωθεί με τα καλύτερα δυνατά επιστημονικά πρότυπα, τότε οι ΜΠΕ και οι λοιπές μελέτες συνιστούν τα κατ’ εξοχήν εργαλεία σημαντικών συνεπειών στις προστατευόμενες περιοχές. Χρειάζεται να σχολιαστούν βεβαίως και οι περιστάσεις κατά τις οποίες αυτή η αρνητική για τα έννομα συμφέροντα των πολιτών εργαλειοποίηση λαμβάνει χώρα και στις αίθουσες των Δικαστηρίων. 

Κατά την νομολογία του ΔΕΕ, «πρέπει, κατ’ αρχήν, κάθε επηρεασμός των στόχων διατήρησης να θεωρηθεί από τα Δικαστήρια ως σημαντική επίπτωση επί της περιοχής στο σύνολό της. Μόνον επιπτώσεις που δεν θίγουν κανένα στόχο διατήρησης είναι ασήμαντες στο πλαίσιο του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων. Συναφώς, υπενθυμίζει το ΔΕΕ, το άρθρο 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους προβλέπει ότι η κατάσταση της διατήρησης ενός φυσικού οικοτόπου θεωρείται ικανοποιητική, μεταξύ άλλων, όταν η περιοχή της φυσικής κατανομής του και οι εκτάσεις που περιέχει μένουν σταθερές ή αυξάνονται και η δομή και οι ειδικές λειτουργίες που απαιτούνται για τη μακροπρόθεσμη συντήρησή του υφίστανται και είναι δυνατόν να συνεχίσουν να υφίστανται κατά το προβλεπτό μέλλον. Όταν πρέπει να αξιολογηθούν ενώπιον Δικαστηρίων τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν για τις αξιολογήσεις με το άρθρο 6.3 της Οδηγίας 92/43, δηλαδή μη εκ του νόμου εκτιμήσεις, όντως τα κριτήρια αυτά μπορούν να υποβάλλονται σε δικαστικό έλεγχο μόνο σε περιορισμένο βαθμό, λόγω της σχετικής ανοικτότητάς τους κατά την έννοια της απεριόριστης ελευθερίας πρόσβασης σε επιστημονικές γνώσεις και πληροφορίες. Η εξουσία ελέγχου του δικαστηρίου εκτείνεται αποκλειστικά στο κατά πόσον έχει επιλεγεί στη συγκεκριμένη εξεταζόμενη υπόθεση και με βάση τα πραγματικά περιστατικά, μια κατάλληλη συγκεκριμένη επιστημονική μέθοδος, αν η πρόβλεψη βασίζεται σε ρεαλιστικές ή μη υποθέσεις και αν το αποτέλεσμα της πρόβλεψης έχει αιτιολογηθεί λογικά (βλ. Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2004 - C-127/02 - [2004], σκέψη 52). Σ' αυτό το πλαίσιο, ο Δικαστής δεν μπορεί να υποκαταστήσει την επί των πραγματικών στοιχείων εκτίμηση των αρμόδιων αρχών. Κατά τον δικαστικό έλεγχο όμως πρέπει να εξετάζεται αν η άσκηση εκτίμησης από τα όργανα της εξουσίας, σ' αυτό το πλαίσιο, «πάσχει πρόδηλη πλάνη ή κατάχρηση εξουσίας ή ακόμη αν τα εντεταλμένα όργανα υπερέβησαν προδήλως τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως.». Εκτίμηση που πραγματοποιείται βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους δεν μπορεί να θεωρηθεί δέουσα αν παρουσιάζει κενά και δεν περιέχει πλήρη, ακριβή και οριστικά συμπεράσματα και διαπιστώσεις, ώστε να αίρεται κάθε εύλογη αμφιβολία, από επιστημονικής άποψης, όσον αφορά τις επιπτώσεις των σχεδιαζόμενων εργασιών στην οικεία ΖΕΠ (βλ., σχετικώς, απόφαση της 20ης Σεπτεμβρίου 2007, C-304/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 69). 

Για παράδειγμα σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 32/2015 Γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, «...η ανεξέλεγκτη στάθμευση των οχημάτων κατά μήκος των οδών προσβάσεως και στις απολήξεις τους θα παρέβλαπτε τους οικοτόπους αμμοθινών των ειδών που απαντούν εντός της ζώνης της Κυπαρισσίας. Η εύκολη αυτή πρόσβαση και η αύξηση της κυκλοφορίας οχημάτων επιδεινώνει την ηχορύπανση και τη φωτορύπανση, παρενοχλώντας τις θαλάσσιες χελώνες Caretta caretta κατά την ωοτοκία και κατά την εκκόλαψη των νεοσσών.». Βλ. και απόφαση ΔΕΕ στην υπόθεση C-355/90, νομική σκέψη 36: «Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η κατασκευή του νέου άξονα της οδού C-629 μεταξύ Argonos και Santona συνεπάγεται μείωση της επιφάνειας της ελώδους ζώνης που επιπλέον επιδεινώνεται από την ανέγερση διαφόρων νέων κτισμάτων κοντά στον νέο άξονα της οδού. Τα έργα αυτά έχουν ως συνέπεια την εξαφάνιση ζωνών που χρησιμεύουν ως τόπος καταφυγίου, αναπαύσεως και φωλεοποιήσεως των πτηνών. Εκτός από τις διαταράξεις που προκαλούνται από τα οδικά έργα, η εν λόγω επέμβαση έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή των παλιρροϊκών κυμάτων και, επομένως, την πρόκληση συσσωρεύσεως άμμου στο μέρος αυτό της ελώδους ζώνης.». Η τεκμηρίωση από την αξιολόγηση πρέπει να περιέχει επαρκείς πληροφορίες που θα επιτρέπουν τον έλεγχο της πραγματικής αξιολόγησης των επιπτώσεων, βλ. απόφαση ΔΕΕ στην υπόθεση C-404/09, σκ. 103: «Όπως ήδη διαπιστώθηκε στο πλαίσιο της εξετάσεως της πρώτης αιτιάσεως σχετικά με την τροποποιημένη οδηγία 85/337 και, ειδικότερα, στις σκέψεις 76 έως 93 της παρούσας αποφάσεως, η εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων η οποία πραγματοποιήθηκε πριν από την έγκριση των ορυχείων «Nueva Julia» και «Ladrones» δεν περιέχει, σε καμία από τις δύο περιπτώσεις, ανάλυση των ενδεχόμενων σωρευτικών συνεπειών των διαφόρων έργων στον αγριόκουρκο, ενώ η ανάλυση αυτή ήταν εν προκειμένω επιβεβλημένη. Ομοίως, δεν περιέχουν ενδείξεις από τις οποίες θα ήταν δυνατό να συναχθεί ότι όντως αξιολογήθηκαν οι επιπτώσεις των έργων αυτών για τον πληθυσμό του αγριόκουρκου, ο οποίος διαβιεί εντός της ΖΕΠ «Alto Sil». Σε αντίθετη περίπτωση, σύμφωνα με το ΔΕΕ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν έχουν εξακριβωθεί όλες οι προοπτικές που σχετίζονται με το έργο ή το σχέδιο λαμβάνοντας υπόψη τις καλύτερες επιστημονικές γνώσεις στον τομέα και ότι οι αρχές δεν έχουν επίσης αποκτήσει την απαιτούμενη βεβαιότητα, βλ. απόφαση ΔΕΕ στην υπόθεση C-404/09, σκ. 106 και στη συνέχεια. Σε περίπτωση που η κατάλληλη αξιολόγηση και η τεκμηρίωσή της δεν έχουν πραγματοποιηθεί σωστά και εκτεταμένα, αυτό όχι μόνο αντιβαίνει στο άρθρο 6 παράγραφος 3 της Οδηγίας Φύση 2000, αλλά σημαίνει επίσης ότι δεν μπορεί να χορηγηθεί έγκριση παρέκκλισης, καθώς οι γνώσεις σχετικά με τη συμβατότητα ή το ασυμβίβαστο με την οι στόχοι διατήρησης που ορίζονται για τον συγκεκριμένο τόπο συνιστούν απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 6 παράγραφος 4 της Οδηγίας 92/43, βλ. απόφαση ΔΕΕ στην υπόθεση C-399/14, σκ. 56 και στη συνέχεια. 

Σε κάθε περίπτωση εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να διεξαγάγουν εμπεριστατωμένη εξέταση εάν όντως έλαβε χώρα η κατάλληλη αξιολόγηση, βλ. απόφαση ΔΕΕ στην υπόθεση C-258/11, σκ. 44: «Όσον αφορά την εκτίμηση που πραγματοποιείται κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους, διευκρινίζεται ότι δεν πρέπει να παρουσιάζει κενά και πρέπει να περιέχει πλήρη, ακριβή και οριστικά συμπεράσματα και διαπιστώσεις, ώστε να αίρεται κάθε εύλογη αμφιβολία, από επιστημονική άποψη, ως προς τις επιπτώσεις των σχεδιαζόμενων εργασιών στον οικείο προστατευόμενο τόπο (βλ. επ’ αυτού την προαναφερθείσα απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 100 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν η εκτίμηση των επιπτώσεων επί του τόπου ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις αυτές.» και απόφαση ΔΕΕ στην υπόθεση C-404/09, σκ. 100: «Εκτίμηση που πραγματοποιείται βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους δεν μπορεί να θεωρηθεί δέουσα αν παρουσιάζει κενά και δεν περιέχει πλήρη, ακριβή και οριστικά συμπεράσματα και διαπιστώσεις, ώστε να αίρεται κάθε εύλογη αμφιβολία, από επιστημονικής απόψεως, όσον αφορά τις επιπτώσεις των σχεδιαζόμενων εργασιών στην οικεία ΖΕΠ (βλ., σχετικώς, απόφαση της 20ης Σεπτεμβρίου 2007, C-304/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 69).» 


Ο μεγάλος Δούκας


Στο υπ' αριθ. 393/1-6-2017 δικόγραφο πρόσθετων λόγων ακύρωσης της αρχικής ΑΕΠΟ των αιολικών της ENEL, στην ενότητα Β με τίτλο: «Πλημμέλειες της αιτιολογίας των προσβαλλόμενων αποφάσεων-Πλημμελής τεκμηρίωση και ελλιπές περιεχόμενο της μελέτης Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) - Παράβαση του άρθρου 11, παρ. 9 του Ν. 4014/2011 (ΦΕΚ Α΄209), και της υπ' αριθ. 170225/20.01.2014 ΥΑ (ΦΕΚ Β'135)», στην αρίθμηση 15, εκτός των άλλων, η αιτίαση ήταν ότι στη μελέτη ΕΟΑ (της ΟΙΚΟΜ ΕΠΕ) για την Ζώνη Ειδικής Προστασίας, δεν υπήρχε απεικόνιση των Ζωνών Έρευνας Πεδίου (Π.Ε.Π.) για τα είδη ορνιθοπανίδας που προστατεύονται στην συγκεκριμένη ΖΕΠ (περιοχής Όχης Δήμου Καρύστου) και επιπλέον ότι δεν είχαν χαρτογραφηθεί τα κατάλληλα ενδιαιτήματα (οι οικότοποι) των ειδών ενδιαφέροντος εντός της Περιοχής Έρευνας Πεδίου (για την διαπίστωση της παρουσίας τους και της χρήσης των περιοχών που θα δέχονταν τις συνέπειες από την εγκατάσταση και την λειτουργία των αιολικών), με συνέπεια οι επιπτώσεις του έργου (των οκτώ αιολικών σταθμών της ENEL, μετά των λοιπών ομοειδών) στη διαθεσιμότητα και την ποιότητα των κρίσιμων ενδιαιτημάτων των προστατευόμενων ειδών της (να) είναι σοβαρά υποεκτιμημένη.

47/2018 ΣτΕ

«... σκ. 38. Επειδή, οι αιτούντες προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ, καθώς και οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις της είναι μη νόμιμες και ακυρωτέες, ως πλημμελώς αιτιολογημένες, καθώς παραβιάζουν το άρθρο 11 παρ. 9 του ν. 4014/2011 και την υπ' αριθ.170225/20.1.2014 υπουργική απόφαση, εφόσον στηρίζονται σε δύο Ειδικές Οικολογικές Αξιολογήσεις, οι οποίες συνοδεύουν την τροποποιητική ΜΠΕ του έτους 2016, οι οποίες είναι ελλιπείς και πλημμελώς τεκμηριωμένες κυρίως ως προς την ακολουθούμενη οριοθέτηση των περιοχών ερευνών πεδίου, την μεθοδολογία καταγραφών πεδίου, το χρονικό διάστημα και την διάρκεια διενέργειας αυτών καθώς και ως προς την απουσία πλήρους χαρτογράφησης των αποτελεσμάτων τους, καταλήγουν δε σε συμπεράσματα «έωλα και πιθανολογικά». Ειδικότερα προβάλλονται τα εξής: ...
». (Παραλείπονται οι προηγούμενες απορρίψεις ακυρωτικών λόγων σε αυτή την σειρά (απορριπτικών) σκέψεων επειδή επιδέχονται ευρύτερης, εν συνεχεία, ανάλυσης. Χωρίς φόντο, κάτω ανά σημείο ως προς τις ΖΕΠ, είναι οι ακυρωτικοί λόγοι και με γκρι φόντο οι απορριπτικές επιμέρους “αιτιολογημένες” σκέψεις ΣτΕ).

«ΣτΕ 47/2018,
σκ. 38, ΙΔ) Στο κεφάλαιο 4 παρ. 4.1.1. της ΕΟΑ - ΖΕΠ αναφέρεται ότι η ΠΕΠ ορίστηκε σε ακτίνα δύο (2) χλμ. από τους ΑΣΠΗΕ και σε ζώνη 500 µέτρων εκατέρωθεν των δρόμων που διανοίγονται ή διαπλατύνονται και του Δικτύου Υψηλής Τάσης, χωρίς, όµως, οι ζώνες αυτές να απεικονίζονται όπως έπρεπε, σύμφωνα με τα οριζόµενα στο Παράρτηµα 3.2.1. της υπ' αριθ. 170225/ 20.1.2014 υπουργικής αποφάσεως. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι µε αυτόν δεν προσδιορίζεται από ποια διάταξη του ως άνω Παραρτήματος 3.2.1. προβλέπεται η υποχρέωση απεικόνισης των ζωνών της ΠΕΠ. Εάν δε ήθελε θεωρηθεί ότι πρόκειται για τη διάταξη του σημείου 1.1.Α3. του εν λόγω Παραρτήµατος, τότε ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στην διάταξη αυτή απαιτείται η απεικόνιση των ορίων των προστατευόμενων περιοχών µε τις κατανοµές των τύπων οικοτότων και των ειδών και ενδιαιτημάτων τους και όχι η αποτύπωση της ΠΕΠ.»


Έ όχι κ.κ. Δικαστές!

Η διάταξη 1.1.Α. (σελ. 1523 σελ. του ΦΕΚ) αφορά στην παράγραφο 1.1. Καταγραφή και ανάλυση των στοιχείων φυσικού, περιβάλλοντος, της  ενότητας «Α Περιοχή Μελέτης (Π.Μ.)», των διατάξεων της εν λόγω ΚΥΑ. Οι εξειδικευμένες (εφαρμοστικές) διατάξεις για τις Περιοχές Έρευνας Πεδίου (Π.Ε.Π.), ανήκουν στην ενότητα «Β. Περιοχή Έρευνας Πεδίου (Π.Ε.Π.)», όπου στην παράγραφο 1.1.Β2, η διάταξη απαιτεί την αποτύπωση της αναλυτικής περιγραφής της Π.Ε.Π., δηλαδή την καταγραφή και σε χάρτη των αναγκαίων ορνιθολογικών πληροφοριών για την διεξαγωγή εν συνεχεία της δέουσας εκτίμησης των επιπτώσεων κατά το 6.3. της Οδηγίας Φύση 2000. Αναφέρονται μάλιστα στην 1.1.Β1 τα εξής: «Γίνεται αναλυτική καταγραφή των στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος στην Π.Ε.Π. με έμφαση στα προστατευτέα αντικείμενα που δύνανται να επηρεαστούν από το υπό εξέταση έργο ή τη δραστηριότητα και που θα συλλεχθούν από την εργασία/μελέτη πεδίου, λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη και τις πηγές δεδομένων για την Π.Ε.Π. ... Για την εργασία/μελέτη πεδίου απαιτείται να γίνει περιγραφή της μεθοδολογίας που εφαρμόστηκε, η τεκμηρίωση της, οι πηγές στις οποίες βασίστηκε, τα αποτελέσματα και τα συμπεράσματα της. Κρίνεται σκόπιμο να εφαρμόζονται διεθνώς παραδεκτές μέθοδοι καταγραφής των τύπων οικοτόπων και ειδών.». 
Βλ. παρ. 1.1.Β1 (Ι) και (ΙΙΙ) ως προς τα έργα Α1 κατηγορίας, ως προς τους  Χάρτες Τεκμηρίωσης, βλ. 1.1.Β2 «Αποτύπωση των ανωτέρω πληροφοριών σε Χάρτες Τεκμηρίωσης. Απεικονίζονται οι κατανομές των τύπων οικοτόπων και ειδών και τα ενδιαιτήματα τους στην Περιοχή Έρευνας Πεδίου σε χάρτες κατάλληλου υπόβαθρου και κλίμακας», στην δε παρ. 1.1.Β1 (III) ορίζεται ότι η εργασία πεδίου περιλαμβάνει τουλάχιστον: «Αναγνώριση και χαρτογράφηση των κρίσιμων ενδιαιτημάτων των ειδών, τα οποία ο μελετητής θα τα εντοπίζει και θα τα αποτυπώνει σε χάρτη.» και στην 1.1Β1.iv «Ειδικότερα με βάση τα ανωτέρω, (δηλ. τις αναφερόμενες απαιτήσεις/διατάξεις της ενότητας 1.1.Β1) γίνεται: Καταγραφή των κύριων χαρακτηριστικών όλων των τύπων οικοτόπων του παραρτήματος Ι ή/και των ειδών του Παραρτήματος ΙΙ της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ (εφόσον πρόκειται για ΕΖΔ, ΤΚΣ ή π.ΤΚΣ) ή/και των ειδών ορνιθοπανίδας του παραρτήματος Ι της Οδηγίας 2009/147/ΕΚ και των μεταναστευτικών με τακτική έλευση (εφόσον πρόκειται για ΖΕΠ) η αξία τους σε σχέση με το υπόλοιπο δίκτυο Natura 2000, καθώς και τα κύρια χαρακτηριστικά των ενδημικών, κινδυνευόντων και προστατευομένων ειδών.».
 
Προς τους αξιότιμους Δικαστές που υπέγραψαν την απόφαση 47/2018: Εφόσον η ΟΙΚΟΜ ΕΠΕ ήταν υποχρεωμένη να αποτυπώσει σε χάρτες τεκμηρίωσης τις κατανομές των προστατευόμενων ειδών ορνιθοπανίδας στην ΖΕΠ Όχης στους οικοτόπους τους (έστω όσον αφορά στα λεγόμενα «είδη στόχους» της μελέτης), και κατόπιν αναγνώρισης, να χαρτογραφήσει τα λεγόμενα κρίσιμα ενδιαιτήματα τους, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2009/147/ΕΚ, άρθρο 1, «παρ. 2. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στα πτηνά, τα αυγά τις φωλιές και τους οικοτόπους τους» και την διάταξη του άρθρου 4 στην ίδια Οδηγία «παρ 4. Τα κράτη μέλη υιοθετούν κατάλληλα μέτρα για να αποφεύγουν, στις ζώνες προστασίας που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2, τη ρύπανση ή την υποβάθμιση των οικοτόπων, καθώς και τις επιζήμιες για τα πτηνά διαταράξεις, όταν αυτές έχουν σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους αντικειμενικούς στόχους του παρόντος άρθρου ... .», πως θα μπορούσε να γίνει αυτή η εργασία εάν δεν είχαν προηγουμένως απεικονιστεί στους ίδιους χάρτες τεκμηρίωσης οι περιοχές της έρευνας πεδίου ως προς τους οκτώ αιολικούς σταθμούς της ENEL και τα συνωδά (οδοποιία και γραμμή Υ/Τ) “γραμμικά” έργα; Η ως άνω αναγνώριση και χαρτογράφηση θα γινόταν σε όλη την περιοχή μελέτης και όχι σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις στην περιοχή της έρευνας πεδίου; Επομένως η έκταση της Π.Ε.Π. δεν έπρεπε να χαρτογραφηθεί και να συμπεριληφθούν στην χαρτογράφηση όλες οι εγκαταστάσεις αιολικών και τα συνωδά τους έργα, οι γραμμές μεταφοράς ηλεκτρισμού και οι Υ/Σ όπως και η νέα οδοποιία τουλάχιστον, με τους οικότοπους των ειδών ενδιαφέροντος και τις εντός αυτών σημαντικές για την ζωή και την αναπαραγωγή τους υποπεριοχές; Η εν λόγω Ζώνη Ειδικής Προστασίας για την άγρια ορνιθοπανίδα δεν οριοθετήθηκε με βάση τα είδη χαρακτηρισμού της και τα άλλα είδη του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας 2009/147/EK που εξαπλώνονται σε μικρότερους αριθμούς εντός αυτής; Για τις πολυεθνικές και τους εδώ πράκτορες της σχεδιάστηκε; Δείτε στο χάρτη κάτω παρακαλώ ποια θα είναι η κατάσταση μετά την 47/2018 ΣτΕ που επέτρεψε την συνέχιση αυτού του δημόσιου αίσχους με τα αιολικά στη Κάρυστο. Αν δεχτούμε τα στοιχεία παρουσίας του είδους Bubo-Bubo στην ΖΕΠ με κωδικό δικτύου Natura GR 2420012 που προσκομίζει η ENEL δια της ΟΙΚΟΜ ΕΠΕ, η χαρτογράφηση κάτω αποτυπώνει τις αντικειμενικές περιστάσεις εξολόθρευσης και όχι διατήρησης του σε ικανοποιητικό επίπεδο. 
Ο ΧΑΡΤΗΣ ΤΟΥ ΑΙΣΧΟΥΣ

«
ΣτΕ 47/2018, σκ. 38, ΙΕ) Η οργάνωση των εργασιών πεδίου δεν έχει λάβει υπόψη την περιγραφόμενη στην ΕΟΑ - ΖΕΠ οριοθέτηση της ΠΕΠ, αφού οι θέσεις θέας, οι διατοµές, οι εργασίες πεδίου για είδη της ορνιθοπανίδας όπως ο Μπούφος και ο Σπιζαετός δεν κατανέµονται εντός της ΠΕΠ, αλλά εντοπίζονται κυρίως εντός των πολυγώνων των ΑΣΠΗΕ ή εκτείνονται αδιακρίτως εντός της Ζ.Ε.Π. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο προσδιορισµός της ΠΕΠ δεν συνεπάγεται ότι για όλα τα εξεταζόµενα είδη θα πραγµατοποιηθούν καταγραφές πεδίου σε όλα τα σημεία της ΠΕΠ, ενώ δεν προβάλλεται ειδικότερα ότι οι συγκεκριμένες θέσεις που επελέγησαν από τους µελετητές ήταν απρόσφορες για την συναγωγή συμπερασμάτων καταγραφών πεδίου.».

Αν είναι δυνατόν! Για τα είδη χαρακτηρισμού της ΖΕΠ πρόκειται (Σπιζαετός και Μπούφος) και όχι για άλλα είδη, ίσως δευτερεύουσας σημασίας για την ακεραιότητα της ΖΕΠ. Οι περιοχές έρευνας πεδίου καθορίζονται με βάση την διάταξη στο 1.1.Β1 της υπ' αριθ. 170225/ 20.1.2014 ΥΑ, για να λάβουν χώρα τα ακόλουθα: «Γίνεται αναλυτική καταγραφή των στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος στην Π.Ε.Π. με έμφαση στα προστατευτέα αντικείμενα που δύνανται να επηρεαστούν από το υπό εξέταση έργο ή τη δραστηριότητα και που θα συλλεχθούν από την εργασία/μελέτη πεδίου, λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη και τις πηγές δεδομένων για την Π.Ε.Π. ... Για την εργασία /μελέτη πεδίου απαιτείται να γίνει περιγραφή της μεθοδολογίας που εφαρμόστηκε, η τεκμηρίωση της, οι πηγές στις οποίες βασίστηκε, τα αποτελέσματα και τα συμπεράσματα της. Κρίνεται σκόπιμο να εφαρμόζονται διεθνώς παραδεκτές μέθοδοι καταγραφής των τύπων οικοτόπων και ειδών.». Παρ’ όλα αυτά το Δικαστήριο απέρριψε την  αιτίαση του ΣΠΠΕΝΚ με την περίφημη σκέψη πως θα έπρεπε να τεκμηριώσουν οι προσφεύγοντες, ότι οι συγκεκριμένες θέσεις της έρευνας πεδίου, που επελέγησαν από τους µελετητές, δεν  είχαν λάβει υπόψη την περιγραφόμενη στην ΕΟΑ - ΖΕΠ οριοθέτηση της ΠΕΠ, και ότι αυτές οι έρευνες πεδίου ήταν απρόσφορες για την συναγωγή συμπερασμάτων καταγραφών πεδίου! Γιά όνομα! Ακριβώς ο προσδιορισµός της ΠΕΠ συνεπάγεται ότι για όλα τα εξεταζόμενα είδη θα πραγματοποιηθούν καταγραφές πεδίου σε όλα τα σημεία της ΠΕΠ. Ειδάλλως προς τι να καθορίζονται πεδία έρευνας ώστε να λάβουν χώρα οι ενδεδειγμένες αξιολογήσεις κατά το 6.3; 


«ΣτΕ 47/2018, σκ. 38, ΙΣΤ) Δεν υφίσταται καμία χαρτογράφηση των κατάλληλων ενδιαιτημάτων των ειδών εντός της ΠΕΠ και, συνεπώς, οι σχετικές επιπτώσεις του έργου είναι σοβαρά υποεκτιµηµένες. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται από ποια διάταξη νόμου προκύπτει υποχρέωση των μελετητών να χαρτογραφήσουν τα θεωρούμενα από τους αιτούντες ως κατάλληλα ενδιαιτήµατα των εντός της ΠΕΠ.».

Στο όνομα της Θέμιδος, του γένους των Τιτάνων, του πατέρα της Ουρανού και της μητέρας της, Γαίας! Οράτε παρακαλώ την ΥΑ υπ' αριθ. 170225/ 20.1.2014 όπου στην διάταξη 1.1.Β1 (III) ορίζεται ότι η εργασία πεδίου περιλαμβάνει τουλάχιστον: «Αναγνώριση και χαρτογράφηση των κρίσιμων ενδιαιτημάτων των ειδών, τα οποία ο μελετητής θα τα εντοπίζει και θα τα αποτυπώνει σε χάρτη.» και περαιτέρω οι αξιοτ. κ.κ. Δικαστές δεν γνώριζαν το περιεχόμενο της προειδοποιητικής επιστολής της Επιτροπής, που αναφέρθηκε στην 47/2018 ΣτΕ;

Ως γνωστόν η αρμόδια Υπηρεσία περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην από 10-7-2014 επιστολή της προς τον τότε υπουργό εξωτερικών για την υπόθεση / καταγγελία C(2014)4713 τελικό, δήλωσε ότι είχε αναλύσει την από Αύγουστο του 2010 ΜΠΕ της Damco Energy A.E. κλπ βάσει της οποίας εκδόθηκε η ΑΕΠΟ υπ’ αριθ. 203611/21-09-2011 με ΑΔΑ: 4Α8Η0-8ΑΙ και διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να θεωρήσει ότι είχε λάβει χώρα δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου σύμφωνα με το σύστημα ελέγχου της οδηγίας για τους οικοτόπους. Ειδικότερα διαπίστωσε ότι η ΜΠΕ δεν συνεκτιμούσε άλλες αιολικές εγκαταστάσεις εν λειτουργία και όσο για τις δήθεν αναλύσεις περί σωρευτικών επιπτώσεων στην οικεία ΜΠΕ και την ΕΟΜ αυτές ήταν παντελώς ακατάλληλες παραπέμποντας στο έγγραφο κατευθύνσεων της επιτροπής “Assessment of plans and projects significantly affecting Natura 2000 sites Methodological guidance on the provisions of Article 6 (3) and (4) ofthe Habitats Directive 92/43/EEC”. Επιπλέον διατυπώνονταν στην επιστολή περαιτέρω αρνητικές επισημάνσεις (αιτιάσεις): - ως προς τους ισχυρισμούς στην ΜΠΕ ότι δεν αναμενόταν φαινόμενο φραγμού, για τα πουλιά (σημειώνοντας ότι το συμπέρασμα αυτό δεν ελάμβανε υπ’ όψιν τα σωρευτικά αποτελέσματα των υπολοίπων αιολικών εγκαταστάσεων), - ως προς την παράλειψη εκτίμησης του κατακερματισμού των οικοτόπων των πουλιών από το εκτεταμένο νέο οδικό δίκτυο πρόσβασης στις εγκαταστάσεις (συμπεριλαμβανομένων των βελτιώσεων του υφισταμένου), - ως προς την έλλειψη ποσοτικής εκτίμησης της κατάληψης οικοτόπων των πουλιών από το δίκτυο ηλεκτρικής διασύνδεσης, - ως προς την μη συμπερίληψη χαρτών με τους τόπους αναπαραγωγής, τροφοληψίας και τις οδούς διέλευσης των μεταναστευτικών πουλιών, παράλειψη που δεν μπορούσε να υποστηρίξει την περιβαλλοντική (υπεύθυνη) δήλωση των εταιρειών προς την αδειοδοτούσα αρχή περί μη σημαντικών επιπτώσεων για τα είδη της ορνιθοπανίδας, - για την μη αναφορά της από Ιανουάριο του 2010 μελέτης της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας με θέμα τον εντοπισμό και χαρτογράφηση των ευαίσθητων ορνιθολογικά περιοχών εντός της ΖΕΠ ενδιαφέροντος κλπ και με βάση τα προαναφερόμενα, η Επιτροπή κατέληξε ότι η από Αύγουστο του 2010 ΜΠΕ της Damco Energy A.E. κλπ για τα αιολικά συνολικής ισχύος συνολικής ισχύος (τότε) 167.9MW (73 Α/Γ) και των συνοδών σε αυτά έργων, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι πληρούσε τις αντικειμενικές προϋποθέσεις ώστε να θεωρηθεί ότι προέβαινε σε δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 3 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ «επειδή δεν διατύπωνε πλήρεις ακριβείς και οριστικές διαπιστώσεις και συμπεράσματα ικανά να σκορπίσουν οποιαδήποτε εύλογη επιστημονικής φύσεως αμφιβολία όσον αφορά τις επιπτώσεις των σχεδιαζόμενων εργασιών στην οικεία περιοχή Natura 2000» παραπέμποντας στην απόφαση ΔΕΚ (ΔΕΕ) (τέταρτο τμήμα) της 20ής Σεπτεμβρίου 2007 στην υπόθεση C 304/05, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, σκ. 69. Καταλήγοντας στην διαπίστωση ότι οι αρμόδιες αρχές εκφράζοντας την συμφωνία τους με το έργο χωρίς να έχουν βεβαιωθεί ότι θα παραβλάψει την ακεραιότητα των τόπων Νatura GR2420001 και GR2420012 έχουν παραβιάσει το άρθρο 6 παρ. 3 της οδηγίας για τους οικοτόπους. 


«ΣτΕ 47/2018, σκ. 38, ΚΒ) Από την ΕΟΑ - ΖΕΠ προκύπτει ότι η οριοθέτηση των επικρατειών του Μπούφου γύρω από τις θέσεις φωλιάσματος δεν έχει προκύψει από εργασίες πεδίου, αλλά πραγματοποιήθηκε «πιθανολογικά», χωρίς να ακολουθηθεί η ενδεδειγμένη στη διεθνή βιβλιογραφία μεθοδολογία. Συγκεκριμένα, η οριοθέτηση, των επικρατειών προέκυψε από τυπική χωρική ανάλυση γύρω από τις θέσεις φωλιάσματος που εντοπίστηκαν, ακολουθώντας τη μορφολογία του τοπίου, και όχι με τη μεθοδολογία της χαρτογράφησης επικράτειας, η οποία είναι η τυπική για την οριοθέτηση της επικράτειας των ειδών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αμφισβητεί την επιστημονική μέθοδο, που ακολουθήθηκε για τον οριοθέτηση της επικράτειας του Μπούφου γύρω από τις εντοπισμένες θέσεις φωλιάσματος, χωρίς, μάλιστα, οι αιτούντες να επικαλούνται, και πολύ περισσότερο να αποδεικνύουν, ότι η μέθοδος που ακολούθησαν οι μελετητές δεν ήταν επιστημονικώς ενδεδειγμένη.».

Τα κρίσιμα ενδιαιτήματα του Bubo-Bubo ήταν διαθέσιμα για την ΟΙΚΟΜ ΕΠΕ (υπήρχαν στον ΥΠΕΝ, στην Δ/νση Βιοποιλότητας), είναι αυτά που παρουσιάζονται στον χάρτη με τις επικαλύψεις πιό πάνω και η ενδεδειγμένη μέθοδος αναφέρθηκε. Η ΟΙΚΟΜ ΕΠΕ δεν εφήρμοσε την ενδεδειγμένη μέθοδο της χαρτογραφικής επικάλυψης, εφόσον συνόδευε την ΕΟΑ του έτους 2016 ο χάρτης με το σύνολο των αιολικών που ασκούσαν αρνητική επιρροή στην οικεία ΖΕΠ και ο χάρτης με τις περιοχές φωλέασης ή τις αναμενόμενες περιοχές φωλέασης του Bubo- Bubo. Ακόμη και με τον χάρτη με τις υποτιθέμενες επικράτειες του είδους σε επικάλυψη με αυτόν του συνόλου των αιολικών, θα έβγαινε αβίαστα το συμπέρασμα ότι επίκειται η βιολογική εξόντωση του είδους στην ΖΕΠ Όχης.
 
«ΣτΕ 47/2018, σκ. 38. ΚΓ) Στην ΕΟΑ - ΖΕΠ δεν εφαρµόστηκε καμία ποσοτική μεθοδολογία για τη χωρική αποτίμηση (χαρτογράφηση) της διαβάθμισης της συχνότητας παρουσίας του Μπούφου εντός της Π.Ε.Π., µε αποτέλεσμα να μην είναι διαθέσιµη καµία ποσοτική εκτίμηση του κινδύνου πρόσκρουσης του Μπούφου µε τις ανεμογεννήτριες ή το υπέργειο δίκτυο υψηλής τάσης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιµος, αφού, όπως προκύπτει από τα διαλαμβανόµενα στο κεφάλαιο 6 παρ. 6.2.1 της ΕΟΑ - ΖΕΠ, από τις καταγραφές πεδίου προέκυψαν τα σημεία στα οποία διαπιστώθηκε η παρουσία του Μπούφου στην ΠΕΠ, ενώ οι αιτούντες δεν προσδιορίζουν κάποια διάταξη από την οποία να προκύπτει ότι οι μελετητές όφειλαν, να εφαρμόσουν ορισμένη "ποσοτική μεθοδολογία" για τη χωρική αποτίμηση (χαρτογράφηση) της διαβάθµισης της συχνότητας παρουσίας του Μπούφου εντός της ΠΕΠ.

Τι άλλο να πει κανείς μετά και από αυτό; Στο κεφάλαιο 6.2.1 της ΕΟΑ-ΖΕΠ δηλώνεται ότι:
«Οι θέσεις των περιοχών φωλιών (ή των εκτιμώμενων περιοχών φωλιών) παρουσιάζονται στο Χάρτη 7 του Παραρτήματος, ενώ στην Ειδική Μελέτη που παρατίθεται στο Παράρτημα περιλαμβάνεται και μια εκτίμηση των περιοχών αναμενόμενης μεγαλύτερης δραστηριότητας (με βάση βιβλιογραφία, ενδιαιτήματα κλπ.)».  Η βιβλιογραφία όμως, επί των θεμάτων ενδιαφέροντος, δεν προσδιορίζεται, αναφέρεται αορίστως. Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις ΥΠΕΝ για την εργασία/μελέτη πεδίου απαιτείται να γίνει περιγραφή της μεθοδολογίας που εφαρμόστηκε, η τεκμηρίωση της, οι πηγές στις οποίες βασίστηκε. Η μεθοδολογία πρέπει να περιλαμβάνει και ανάλυση κινδύνου. Εξάλλου όλες οι αναφορές περί αναμενόμενης παρουσίας του είδους αφορούν μόνο στους οκτώ ΑΣΠΗΕ και δεν εκτιμώνται οι αθροιστικές και συνεργιστικές με τους άλλους ΑΣΠΗΕ συνέπειες. Δείτε τον χάρτη με τις επικαλύψεις. Τα πράγματα μιλάνε από μόνα τους. Η ποσοτική εκτίμηση κινδύνου αφορά στους στόχους διατήρησης του Bubo-Bubo και όταν οι Δικαστές αναφέρονται σε "ποσοτική μεθοδολογία" για την χωρική αποτίμηση της παρουσίας του είδους στην Π.Ε.Π. στην αξιοσημείωτη, παρούσα, σκέψη τους, τότε κατά την άποψη μας κάτι δεν πάει καλά με το Ε΄Τμ. ΣτΕ. Δείχνουν να μην κατανοούν ούτε αυτή τη βασική διαφορά: Άλλο η εκτίμηση κινδύνου σε σχέση με τους στόχους διατήρησης / ικανοποιητικής τιμής αναφοράς ως προς το είδος και άλλο ποσοτική μεθοδολογία εκτιμησης παρουσίας στο πεδίο έρευνας.

Κατόπιν αυτών, θα επιμείνουμε στις συνεχιζόμενες, ως προς την επίμαχη απόφαση ΣτΕ, δημοσιεύσεις των απόψεων μας... 


Γιατί η εν λόγω απόφαση μας αφορά όλους.

ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΚΕΨΗ ΥΠ' ΑΡΙΘ. 39 ΕΠΙ ΤΗΣ 47/2018 ΣτΕ

39. Επειδή, από τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη προκύπτει ότι οι λόγοι ακυρώσεως που αφορούν τις ΕΟΑ - ΕΖΔ και ΕΟΑ - ΖΕΠ είναι απορριπτέοι με την παρατεθείσα για καθένα από αυτούς αιτιολογία. Και τούτο ανεξαρτήτως του εάν οι επισημαινόμενες με τους λόγους αυτούς παραλείψεις, και αληθείς υποτιθέμενες, θα μπορούσαν να οδηγήσουν όλες αναγκαίως σε ακύρωση των προσβαλλομένων πράξεων ή του εάν οι λόγοι αυτοί προβάλλονται παραδεκτώς το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου με την αίτηση ακυρώσεως. Τούτο δε ενόψει του ότι οι λόγοι αυτοί αφορούν τη διαδικασία που τηρήθηκε για την σύνταξη των ΕΟΑ - ΕΖΔ και ΕΟΑ - ΖΕΠ ή την ορθότητα τεχνικών και επιστημονικών εκτιμήσεων που περιέχονται στις μελέτες αυτές, η ορθότητα, όμως, των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, όπως σε τέτοιο έλεγχο δεν μπορεί να υποβληθούν ούτε στοιχεία προσκομιζόμενα το πρώτον στο Δικαστήριο προς ανατροπή των περιεχομένων στις ως άνω μελέτες εκτιμήσεων. Εξάλλου, οι εν λόγω μελέτες είχαν υποβληθεί στη διαδικασία της δημόσιας διαβούλευσης, κατά την οποία μπορούσαν και έπρεπε να έχουν υποβληθεί στη Διοίκηση αντιρρήσεις όπως οι ανωτέρω, ώστε τόσο η Διοίκηση όσο και οι μελετητές να έχουν τη δυνατότητα να τις λάβουν υπόψη και, ενδεχομένως, να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες για να διορθωθούν ενδεχόμενες πλημμέλειες στην ακολουθηθείσα διαδικασία πριν από τη σύνταξη του τελικού κειμένου των μελετών και την έκδοση της τελικής αποφάσεως περί εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων για την κατασκευή και λειτουργία του επιμάχου έργου, πράγμα που θα συντελούσε και στην ταχύτερη διεκπεραίωση της διαδικασίας αδειοδοτήσεως του εν λόγω έργου, όπως επιβάλλεται και από τις διατάξεις του άρθρου 13 της οδηγίας 2009/28/ΕΚ, η οποία θέτει, κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 10, συγκεκριμένους δεσμευτικούς στόχους ως προς το μερίδιο συμμετοχής της παραγόμενης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας, τους οποίους υποχρεούται (με εξαίρεση την περίπτωση ανωτέρας βίας, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 της ως άνω οδηγίας) κάθε κράτος μέλος να εκπληρώσει έως το έτος 2020.

ΓΚΡΙΖΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΠΟΥΜΕ ΚΑΤΑΜΑΥΡΗ ΑΥΤΗ Η ΣΚΕΨΗ


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ LIFE+ KAI ΕΡΓΟΛΑΒΙΕΣ ΑΙΟΛΙΚΩΝ

ΟΙ ΑΝΕΜΟΓΕΝΝΗΤΡΙΕΣ, Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟ DTBIRD