Η 47/2018 ΣτΕ (Η) ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΧΣΑΑ ΑΠΕ - ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΕΝΤΟΝΗ ΑΝΑΣΦΑΛΕΙΑ ΔΙΚΑΙΟΥ

Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΑ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΤΗΣ

ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ  ΚΑΙ ΑΠΕ / ΣΚΟΥΡΙΕΣ / ΧΥΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΥ/ ΑΙΟΛΙΚΑ ΤΗΣ ENEL ΣΤΗ ΚΑΡΥΣΤΟ 

ΚΟΜΗΤΟ ΚΑΡΥΣΤΟΥ ΒΙΟΣ ΑΒΙΩΤΟΣ

«Όσα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα επιλαμβάνονται ενδίκων βοηθημάτων οφείλουν, βάσει της εθνικής τους νομοθεσίας, να λαμβάνουν μέτρα προκειμένου να ανασταλεί η εκτέλεση ή να ακυρωθεί «σχέδιο» ή «πρόγραμμα» που καταρτίστηκε χωρίς προηγουμένως να τηρηθεί η υποχρέωση προς διενέργεια εκτιμήσεως περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Ειδικότερα, εάν τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα που επιλαμβάνονται τέτοιων υποθέσεων δεν ελάμβαναν, στο πλαίσιο των ασκούμενων ενδίκων βοηθημάτων και εντός των ορίων της διαδικαστικής αυτονομίας, τα προβλεπόμενα στην εθνική τους νομοθεσία μέτρα που είναι κατάλληλα για να αποτρέψουν την υλοποίηση όσων σχεδίων ή προγραμμάτων —συμπεριλαμβανόμενων των δράσεων που πρόκειται να εκτελεστούν στο πλαίσιο ενός προγράμματος— καταρτίστηκαν χωρίς να προηγηθεί εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, θα διακυβευόταν ο θεμελιώδης σκοπός της οδηγίας 2001/42» ΔΕΕ C-41/11, σκ. 46, 47

Η 47/2018 ΣτΕ (Η) ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΧΣΑΑ ΑΠΕ
ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΕΝΤΟΝΗ ΑΝΑΣΦΑΛΕΙΑ ΔΙΚΑΙΟΥ

Στην υπ’  αριθ. 1296/17-2-2012 αίτηση ενώπιον του ΣτΕ για την ακύρωση της ΑΕΠΟ για τα αιολικά της DAMCO κλπ  (τώρα ENEL), ο ΣΠΠΕΝΚ είχε προβάλλει στο δικόγραφο (ενότητα 3.3) ότι: «η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, αφού επιδιώκει την επί θυσία προστατευτέου φυσικού κεφαλαίου αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή, δηλαδή προωθεί μεν αγαθό σκοπό, αλλά με τρόπο δυσαναλόγως επιβλαβή για το περιβάλλον. Ειδικότερα στη παράγραφο 3.3.3 υποστηρίχθηκε  ότι «στην ένδικη περίπτωση, η Διοίκηση παρέλειψε να εξετάσει ακόμη και τις αυτονόητες εναλλακτικές λύσεις χωροθέτησης του  επίμαχου έργου εκτός της ΖΕΠ, ενώ ουδόλως διερεύνησε τη δυνατότητα κάλυψης της επιδιωκόμενης ισχύος με εκμετάλλευση της ηλιακής ενέργειας, κατά τρόπο που δεν θα θίγει τη συγκεκριμένη ΖΕΠ. Εξ άλλου, πριν την έκδοση της προσβαλλομένης δεν προηγήθηκε ειδικός στρατηγικός σχεδιασμός στοχεύων στην αποτελεσματική προστασία του δικτύου Νατουρα 2000, έναντι της εξάπλωσης των ΑΠΕ, κατά τα σταθερότυπα, που θέτει ο αναφερθείς Οδηγός της Commission, ούτε καν σε επίπεδο Νότιας Εύβοιας. Το ισχύον Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ δεν υποκαθιστά τον απαιτούμενο κατά τα ανωτέρω στρατηγικό σχεδιασμό, διότι ως εθνικού επιπέδου σχεδιασμός είναι αφαιρετικός και επομένως δεν εμβαθύνει στα ζητήματα επιπτώσεων συγκεκριμένων σχεδίων σε συγκεκριμένες ΖΕΠ ή άλλες προστατευόμενες περιοχές. Άλλωστε, στην Στρατηγική ΜΠΕ του Πλαισίου, δεν πραγματοποιήθηκε ειδική εκτίμηση των επιπτώσεων των ρυθμίσεών του στις ΖΕΠ, που ευρίσκονται εντός των ανακηρυσσομένων περιοχών αιολικής προτεραιότητας. Και εν πάση περιπτώσει, το Πλαίσιο αυτό, καθ' ό μέρος του ανακηρύσσει τη Νότια Εύβοια ως περιοχή αιολικής προτεραιότητας, ενθαρρύνοντας έτσι, τη βιομηχανική συγκέντρωση αιoλικών εγκαταστάσεων εντός ΖΕΠ και μάλιστα δίχως να έχει μελετηθεί άλλη εφικτή εναλλακτική επιλογή, αντίκειται ευθέως προς τις αναφερθείσες κοινοτικές απαιτήσεις προστασίας του δικτύου Natura 2000.». 

Με την ανωτέρω άποψη του ΣΠΠΕΝΚ, ως προς την μη εκτίμηση των επιπτώσεων του ΕΠΧΣΑΑ ΑΠΕ στις περιοχές του δικτύου Natura ευθυγραμμίστηκε και η Δ/νση Περιβάλλοντος της Ε.Ε. Όμως το ΣτΕ στην απόφαση 47/2018 αποσιώπησε τις αιτιάσεις της Επιτροπής και απέρριψε εκ νέου τους ακυρωτικούς λόγους του ΣΠΠΕΝΚ για τις κανονιστικές ρυθμίσεις του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ, ρυθμίσεις που ασκούσαν επιρροή στην προσβαλλόμενη απόφαση, βλ. σκ. 21-24 και ιδίως σκ. 33, σε σχέση με την ΣτΕ 1421/2013, βλ. πιο κάτω σχετικά.  

Η ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΒΑΠΕ ΤΟΥ κ. ΣΟΥΦΛΙΑ

Η Διεύθυνση Περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην από 10-7-2014 προειδοποιητική επιστολή της προς τον τότε υπουργό εξωτερικών για την υπόθεση / καταγγελία C(2014)4713 τελικό, δήλωσε ότι είχε αναλύσει την από Αύγουστο του 2010 ΜΠΕ της Damco Energy A.E. κλπ (τώρα ENEL) βάσει της οποίας εκδόθηκε η ΑΕΠΟ υπ’ αριθ. 203611/21-09-2011 με ΑΔΑ: 4Α8Η0-8ΑΙ και διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να  θεωρήσει ότι είχε λάβει χώρα δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου σύμφωνα με το σύστημα ελέγχου της οδηγίας για τους οικοτόπους. Ειδικότερα διαπίστωσε ότι η ΜΠΕ δεν συνεκτιμούσε  άλλες αιολικές εγκαταστάσεις εν λειτουργία και όσο για τις δήθεν αναλύσεις περί σωρευτικών επιπτώσεων στην οικεία ΜΠΕ και την ΕΟΜ, αυτές  ήταν παντελώς ακατάλληλες παραπέμποντας στο έγγραφο κατευθύνσεων της επιτροπής “Assessment of plans and projects significantly affecting Natura 2000 sites Methodological guidance on the provisions of Article 6 (3) and (4) ofthe Habitats Directive 92/43/EEC”. Επιπλέον διατυπώνονταν στην επιστολή περαιτέρω αρνητικές επισημάνσεις (αιτιάσεις): - ως προς τους ισχυρισμούς στην ΜΠΕ ότι δεν αναμενόταν φαινόμενο φραγμού, για τα πουλιά (σημειώνοντας ότι το συμπέρασμα αυτό δεν ελάμβανε υπ’ όψιν τα σωρευτικά αποτελέσματα των υπολοίπων αιολικών εγκαταστάσεων), - ως προς την παράλειψη εκτίμησης του κατακερματισμού των οικοτόπων των πουλιών από το εκτεταμένο νέο οδικό δίκτυο πρόσβασης στις εγκαταστάσεις (συμπεριλαμβανομένων των βελτιώσεων του υφισταμένου), - ως προς την έλλειψη ποσοτικής εκτίμησης της κατάληψης οικοτόπων των πουλιών από το δίκτυο ηλεκτρικής διασύνδεσης, - ως προς την μη συμπερίληψη χαρτών με τους τόπους αναπαραγωγής, τροφοληψίας και τις οδούς διέλευσης των μεταναστευτικών πουλιών, παράλειψη που δεν μπορούσε να υποστηρίξει την περιβαλλοντική (υπεύθυνη) δήλωση των εταιρειών προς την αδειοδοτούσα αρχή περί μη σημαντικών επιπτώσεων για τα είδη της ορνιθοπανίδας, - για την μη αναφορά της από Ιανουάριο του 2010 μελέτης της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας με θέμα τον εντοπισμό και χαρτογράφηση των ευαίσθητων ορνιθολογικά περιοχών εντός της ΖΕΠ ενδιαφέροντος κλπ. Με βάση τα προαναφερόμενα, η Επιτροπή κατέληξε ότι η από Αύγουστο του 2010 ΜΠΕ της Damco Energy A.E. κλπ  για τα αιολικά συνολικής ισχύος συνολικής ισχύος (τότε) 167.9MW (73 Α/Γ) και των συνοδών σε αυτά έργων, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι πληρούσε τις αντικειμενικές προϋποθέσεις ώστε να θεωρηθεί ότι προέβαινε σε  δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 3 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ «επειδή δεν διατύπωνε πλήρεις ακριβείς και οριστικές διαπιστώσεις και συμπεράσματα ικανά να σκορπίσουν οποιαδήποτε εύλογη επιστημονικής φύσεως αμφιβολία όσον αφορά τις επιπτώσεις των σχεδιαζόμενων εργασιών στην οικεία περιοχή Natura 2000» παραπέμποντας στην απόφαση ΔΕΚ (ΔΕΕ)  (τέταρτο τμήμα) της 20ής Σεπτεμβρίου 2007 στην υπόθεση C‑304/05, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, σκ. 69. Καταλήγοντας στην διαπίστωση ότι οι αρμόδιες αρχές εκφράζοντας την συμφωνία τους με το έργο χωρίς να έχουν βεβαιωθεί ότι θα παραβλάψει την ακεραιότητα των τόπων Νatura GR2420001 και  GR2420012 έχουν παραβιάσει το άρθρο 6 παρ. 3 της οδηγίας για τους οικοτόπους. Στις προηγούμενες δημοσιεύσεις της σειράς σχετικά με την 47/2018 ΣτΕ δείξαμε πως η παράβαση του 6.3 της οδηγίας για τους οικοτόπους αφορά και στην ΜΠΕ/ΕΟΑ του 2016 της ENEL με την οποία τελικά αδειοδοτήθηκαν τα αιολικά της ανωτέρω πολυεθνικής στη Κάρυστο. 

Περαιτέρω όμως η Επιτροπή στην από 10-7-2014 προειδοποιητική επιστολή της προς την Ελληνική Δημοκρατία απεφάνθη και ως προς την μη συμμόρφωση του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης (ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ) με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 5 παρ. 1 της οδηγίας 2001/42/ΕΚ για τη στρατηγική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) και με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 6 παρ. 3 της οδηγίας για τους οικοτόπους, επειδή αφενός η περιβαλλοντική μελέτη που αναφέρεται στο άρθρο 5 της οδηγίας 2001/42, δεν περιελάμβανε όλες τις πληροφορίες που περιέχονται στο παράρτημα Ι της ιδίας οδηγίας αφετέρου  επειδή το ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ δεν υποβλήθηκε σε διαδικασία δέουσας εκτίμησης των επιπτώσεων σύμφωνα με υποχρεώσεις βάσει του άρθρου 6.3.  

Σχετικά με τα αιολικά στη Κάρυστο, παρέμβαση της Κομισιόν είχε εκδηλωθεί και σε παρελθόντα χρόνο (άνω της  δεκαετίας), ζητώντας πληροφορίες και εξηγήσεις για την εγκατάσταση «τουλάχιστον 15 σταθµών εντός της περιοχής «‘‘Όρος Όχη– Φαράγγι ∆ηµοσάρη – Κάµπος Καρύστου Ποτάµι – Ακρωτήριο Καφηρεύς’’ η οποία έχει προταθεί από τις Ελληνικές αρχές δυνάµει της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, ως τόπος Κοινοτικής σηµασίας για ένταξη στο δίκτυο NATURA 2000 µε κωδικό GR2420001. Η περιοχή αυτή έχει επίσης χαρακτηρισθεί ως ‘‘σηµαντική περιοχή για τα πουλιά’’ σύµφωνα µε τα κριτήρια του καταλόγου IBA 2000 (Important Bird Areas) η οποία πληροί τα κριτήρια για να ταξινοµηθεί ως Ζώνη Ειδικής Προστασίας δυνάµει της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ».

Ο ΣΠΠΕΝΚ ως μέλος του δικτύου Οικολογικών Οργανώσεων Αιγαίου είχε συνυποβάλλει αίτηση ακύρωσης του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ και της Περιβαλλοντικής του Μελέτης (Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων), που είχε εγκριθεί με την  49828/3-12-2008 απόφαση της Επιτροπής Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον Τομέα του Χωροταξικού Σχεδιασμού και της Αειφόρου Ανάπτυξης (τρομάρα τους), η οποία είχε απορριφθεί από το ΣτΕ με την απόφαση  1421/2013. Αιτήσεις για την ακύρωση του χωροταξικού ΑΠΕ είχαν υποβάλλει και άλλες περιβαλλοντικές οργανώσεις, όπως η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, αλλά και εκατοντάδες ομονοούντες πολίτες από την Λακωνία και την Αρκαδία. Στα Βάτικα Λακωνίας είχε αναπτυχθεί το πρώτο πάνδημο κίνημα κατά των αιολικών που παρέσυρε εν συνεχεία όλη τη Λακωνία, ενώ η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ευβοίας που πρώτη είχευποστεί τις συνέπειες της λεγοµένης «απελευθέρωσης  της αγοράς ηλεκτρικής ενεργείας» µε τον Ν.2773/1999, την οδηγία 2001/77/ΕΚ (για την προαγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας) και τον ν.2941/2001, είχε ζητήσει την Γνωµοδότηση του Επιµελητηρίου Περιβάλοντος και Βιωσιμότητας  το οποίον απεφάνθη διαυγώς επί του θέµατος ως εξής (Γνωµοδότηση υπ’ αρ. 14/25.9.2005): «Οι ανωτέρω διατάξεις, µε τις οποίες η εγκατάσταση των αιολικών πάρκων εξοµοιούται µε τα έργα Εθνικής Αµύνης της χώρας (!) µαρτυρούν αφ’ εαυτών την προχειρότητα και την σπασµωδικότητα της παρεµβάσεως του κράτους στο σοβαρό θέµα της αιολικής ενεργείας.  Σχεδόν καταληφθείς υπό πανικού ο νοµοθέτης για την τήρηση του χρονοδιαγράµµατος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (2010), υπολαµβάνει ότι µπορεί να κηρύξει περίπου έκτακτα µέτρα αποκλίνοντα της συνταγµατικής τάξεως για να καλύψει την µακράν αδράνεια και απραξία του παρελθόντος. Αλλά βεβαίως οι δηµόσιες πολιτικές έχουν την ιεραρχική των τάξη  προσδιωρισµένη από το Σύνταγµα και αυτή δεν µπορεί να την µεταβάλει ο κοινός νοµοθέτης, οσονδήποτε και αν πιέζεται υπό των περιστάσεων ή αν το επιθυµεί δι’ άλλους λόγους, συνήθως ιδιοτελείς ή κοµµατικούς.». Βλ. και επιστολή Νομάρχη Ευβοίας στον (τότε) Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ. Μπορείτε να ανατρέξετε στις αναρτήσεις του σπουδαίου περιοδικού Εύπλοια για να λάβετε γνώση των αρχικών αντιδράσεων κατά των αιολικών πανελλαδικά, έχοντας υπ’ όψιν τις τότε χωρικές στοχοθετήσεις των κατασκευαστικών κυρίως εταιρειών που επέκτειναν τις  business τους (δια της εφόδου) στις κορυφογραμμές της χώρας με ευνοϊκά ανεμολογικά στοιχεία και βεβαίως στα κοινοτικά πλαίσια στήριξης (με το αζημίωτο για τους κυβερνώντες οργανισμούς και τα λαμόγια της διοίκησης), αντιδράσεις που συνεχίζονται μέχρι σήμερα σε υπερεθνικό επίπεδο, βλ. και αυτές για την χωροταξία των ΑΠΕ της κας Μπιρμπίλη.
 
Στην προειδοποιητική επιστολή της  η Επιτροπή αφού αναφέρθηκε συνοπτικά στο περιεχόμενο του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ και στα άρθρα ενδιαφέροντος των οδηγιών 92/43/ΕΟΚ (6.3, 6.4 και 7) και 2001/42/ΕΚ (2α, 3.1, 3.2α, β, 5.1), προέβη σε νομική τεκμηρίωση της μη τήρησης από το ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ των υποχρεώσεων των ανωτέρω οδηγιών, παραπέμποντας στον οδηγό για την εφαρμογή της οδηγίας 2001/42 σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (Commission's Guidance on the implementation of Directive 2001/42/EC on the assessment of the effects of certain plans and programmes on the environment, βλ. στην ελληνική), αρχικά στις ενότητες 3.4 και 3.5 αυτού, ως προς τη εξέταση εάν το ΕΠΣΑΑ-ΑΠΕ εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, θεωρώντας ότι ναι εμπίπτει ως σχέδιο που θέτει κατευθύνσεις και γενικούς κανόνες με βάση τους οποίους θα εκτελούνται τα έργα ΒΑΠΕ (περιοχές προτεραιότητας, περιοχές καταλληλότητας και περιοχές ασυμβατότητας). Στα πλαίσια σχετικής αλληλογραφίας η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε ότι είχε θεωρήσει το ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ «σχέδιο  και πρόγραμμα» κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο (α) της οδηγίας 2001/42/ΕΟΚ και ότι αυτό είχε υποβληθεί σε διαδικασία στρατηγικής μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) στη βάση της οδηγίας.

Στην επιστολή τους από 20-9-2012 προς την Επιτροπή, οι ελληνικές αρχές  απάντησαν ότι η εκπόνηση της ΣΜΠΕ έγινε βάσει του άρθρου 3 παρ. 2α της οδηγίας 2001/42/ΕΚ και όχι του άρθρου 3 παρ. 2β της ιδίας οδηγίας που αφορά στις διατάξεις του άρθρου 6 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Όσον αφορά στην προηγούμενη δήλωση, η Επιτροπή αντέτεινε:  «ότι θα ήθελε να επιβεβαιώσει ότι οι ελληνικές αρχές είχαν μεν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν ως βάση της ΣΜΠΕ το άρθρο 3 παρ. 2 στοιχείο (α) της οδηγίας 2001/42/ΕΚ, δεδομένου ότι το ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ είναι σχέδιο το οποίο καθορίζει το πλαίσιο για μελλοντικές άδειες έργων, ωστόσο, δεν συμμερίζεται την άποψη ότι μόνο το γεγονός ότι το ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ αποτελεί σχεδιασμό εθνικού επιπέδου, του οποίου οι επιπτώσεις δεν μπορούν να αξιολογηθούν σε τοπικό επίπεδο (αξιολόγηση η οποία γίνεται στο πλαίσιο του άρθρου 6 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ), το αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 παρ. 2 στοιχείο (β). Πράγματι το άρθρο 3 παρ. 2 στοιχείο (β) ορίζει απλώς ότι πραγματοποιείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων για όλα τα σχέδια και προγράμματα ( ... ) για τα οποία λόγω των συνεπειών που ενδέχεται να έχουν σε ορισμένους τόπους, απαιτείται εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. H ενεργοποίηση του άρθρου 3 παρ. 2 στοιχείο (β) δεν προκύπτει από το επίπεδο στο οποίο εκπονείται το σχέδιο (δηλ. εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό), ούτε κατά πόσο μπορούν να αξιολογηθούν οι επιπτώσεις του σχεδίου σε κατώτερο επίπεδο, ούτε ακόμη από το γεγονός ότι η αξιολόγηση αυτή θα μπορούσε να διενεργηθεί στο πλαίσιο άλλης οδηγίας (δηλ. της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ), παρά μόνο από την ύπαρξη ή την απουσία συνεπειώνπου ενδέχεται να έχουν σε ορισμένους τόπους  (για τους οποίους) απαιτείται εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.». 

Η Επιτροπή για την ενίσχυση της νομικής της εκτίμησης  παρέπεμψε στην νομολογία ΔΕΕ, ειδικότερα στην  απόφαση της 21ης Ιουνίου 2012 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στην υπόθεση C-177/11, Σύλλογος Ελλήνων Χωροτακτών) η οποία εκδόθηκε επί προδικαστικού ερωτήματος που είχε υποβληθεί με την 3650/2010 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, βλ. αποφαντικό μέρος της απόφασης: [«Το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων, έχει την έννοια ότι εξαρτά την υποχρέωση υποβολής συγκεκριμένου σχεδίου σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων από τη συνδρομή, για το ίδιο σχέδιο, των προϋποθέσεων που καθιστούν αναγκαία την υποβολή του σε εκτίμηση κατά την οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2006/105/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006, περιλαμβανομένης της προϋποθέσεως να ενδέχεται το σχέδιο να επηρεάσει σημαντικά τον τόπο για τον οποίο πρόκειται. Η εξέταση για να εξακριβωθεί αν πληρούται η τελευταία προϋπόθεση αναγκαστικά περιορίζεται στο ζήτημα αν δύναται να αποκλειστεί, βάσει αντικειμενικών στοιχείων, ότι το εν λόγω σχέδιο θα επηρεάσει σημαντικά τον τόπο για τον οποίο πρόκειται.»], αλλά και στις σκ. 43, 44 της απόφασης της 7ης Σεπτεμβρίου 2004 στην υπόθεση C-127/02: «43. Συνεπώς, το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας περί οικοτόπων εξαρτά την υποχρέωση της δέουσας εκτιμήσεως των επιπτώσεων ενός σχεδίου από την προϋπόθεση ότι υφίσταται πιθανότητα ή κίνδυνος το σχέδιο αυτό να επηρεάσει τον οικείο τόπο κατά τρόπο σημαντικό. 44 Λαμβανομένης, όμως, υπόψη της αρχής της προλήψεως, η οποία αποτελεί ένα από τα θεμέλια της πολιτικής υψηλού επιπέδου προστασίας που ακολουθεί η Κοινότητα στον τομέα του περιβάλλοντος, σύμφωνα με το άρθρο 174, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει να ερμηνευθεί η οδηγία περί οικοτόπων, τέτοιου είδους κίνδυνος υφίσταται εφόσον δεν μπορεί να αποκλειστεί βάσει αντικειμενικών στοιχείων ότι το συγκεκριμένο σχέδιο θα επηρεάσει τον οικείο τόπο κατά τρόπο σημαντικό (βλ., κατ’ αναλογία, μεταξύ άλλων την απόφαση της 5ης Μαΐου 1998, C-180/96, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I-2265, σκέψεις 50, 105 και 107). Μια υπ’ αυτή την έννοια ερμηνεία της προϋποθέσεως από την οποία εξαρτάται η εκτίμηση των επιπτώσεων ενός σχεδίου επί ενός συγκεκριμένου τόπου, η οποία συνεπάγεται ότι, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς την απουσία σημαντικών επιπτώσεων, επιβάλλεται να γίνει μια τέτοια εκτίμηση, παρέχει τη δυνατότητα αποτελεσματικής αποτροπής του ενδεχομένου εγκρίσεως σχεδίων δυναμένων να παραβλέψουν την ακεραιότητα του συγκεκριμένου τόπου και συμβάλλει στην επίτευξη, σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη και με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων, του κύριου σκοπού αυτής, δηλαδή της διασφαλίσεως της βιολογικής ποικιλομορφίας μέσω της διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας.»

Περαιτέρω η Επιτροπή διατύπωσε την νομική θέση ότι ανεξαρτήτως της νομικής βάσης που χρησιμοποιήθηκε για το ΕΠΧΣΣΑ-ΑΠΕ,  το άρθρο 5 της 2001/42/ΕΚ  προβλέπει στη παρ. 1 ότι: «Σε περίπτωση που απαιτείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1, εκπονείται περιβαλλοντική μελέτη στην οποία εντοπίζονται, περιγράφονται και αξιολογούνται οι ενδεχόμενες σημαντικές επιπτώσεις που θα έχει στο περιβάλλον η εφαρμογή του σχεδίου ή προγράμματος, καθώς και λογικές εναλλακτικές δυνατότητες λαμβανομένων υπόψη των στόχων και του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής του σχεδίου ή προγράμματος. Οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται γι' αυτό το σκοπό περιέχονται στο παράρτημα Ι.» και ότι το παράρτημα Ι της ιδίας οδηγίας περιγράφει αναλυτικότερα τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 5.1 και απαριθμεί 10 είδη πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται και ότι μεταξύ αυτών είναι : γ) τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά των περιοχών που ενδέχεται να θιγούν σημαντικά.». Στη συνέχεια της επιστολής η Επιτροπή σημείωσε ότι, παρά τις αναφορές στην ΣΜΠΕ σε διάφορους περιβαλλοντικούς δείκτες (δηλ. βιοποικιλότητα, πανίδα, χλωρίδα, ποιότητα του αέρα κλπ), δεν υπάρχει αναφορά στα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά των περιοχών που ενδέχεται να επηρεαστούν σημαντικά (αρνητικά), ιδίως στις διάφορες περιοχές που χαρακτηρίστηκαν ως περιοχές του δικτύου Natura 2000 σε όλη την Ελλάδα, σημειώνοντας επιπλέον ότι η  ίδια η ΣΜΠΕ αναγνωρίζει στην ενότητα για την αξιολόγηση των επιπτώσεων στην πανίδα, σελ. 287, ότι η εφαρμογή του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ θα έχει σημαντικές επιπτώσεις, στην α) βιοποικιλότητα, επειδή επηρεάζει μια σημαντική περιβαλλοντική οντότητα και θα μπορούσε να έχει σημαντικές επιπτώσεις στη λειτουργικότητα των οικοσυστημάτων στις οροσειρές και β) στην πανίδα (τέσσερις επιπτώσεις: συγκρούσεις πτηνών, όχληση πτηνών, κλείσιμο διαδρόμων για πτηνά και καταστροφή σημαντικών οικοτόπων για πτηνά). Επίσης το ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ αναγνωρίζοντας περιοχές αποκλεισμού σε σχέση με τους οικοτόπους προτεραιότητας του δικτύου Φύση 2.000, αποδέχεται την πιθανότητα να υπάρξουν σημαντικές επιπτώσεις στους οικότοπους Natura. Επομένως επειδή η ΣΜΠΕ δεν αναφέρει τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά των περιοχών Natura 2.000 για τα οποία οι επιπτώσεις ενδέχεται να είναι σημαντικές, η Ελλάδα παραβιάζει το άρθρο 5 παρ. 1 της οδηγίας 2001/42/ΕΚ και το παράρτημα Ι στοιχείο (γ) της οδηγίας αυτής.
Περαιτέρω κατά την Επιτροπή οι πληροφορίες που επιπλέον πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με το παράρτημα Ι είναι οι εξής: στοιχείο (δ) τα τυχόν υφιστάμενα περιβαλλοντικά προβλήματα που αφορούν το σχέδιο ή πρόγραμμα συμπεριλαμβανομένων, κατά κύριο λόγο, εκείνων που αφορούν περιοχές ιδιαίτερης περιβαλλοντικής σημασίας, όπως περιοχές που χαρακτηρίζονται σύμφωνα με τις οδηγίες 79/409/ΕΟΚ και 92/43/ΕΟΚ και στοιχείο (στ) οι ενδεχόμενες σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένων θεμάτων όπως η βιοποικιλότητα, ο πληθυσμός, η υγεία των ανθρώπων, η πανίδα, η χλωρίδα, το έδαφος, τα ύδατα, ο αέρας, οι κλιματικοί παράγοντες, τα υλικά περιουσιακά στοιχεία, η πολιτιστική κληρονομιά συμπεριλαμβανομένης της αρχιτεκτονικής και αρχαιολογικής κληρονομιάς, το τοπίο και οι σχέσεις μεταξύ των ανωτέρω παραγόντων, στοιχείο (ζ) τα προβλεπόμενα μέτρα για την πρόληψη, τον περιορισμό και την, κατά το δυνατόν, εξουδετέρωση οποιωνδήποτε σημαντικών δυσμενών επιπτώσεων στο περιβάλλον από την εφαρμογή του σχεδίου ή προγράμματος.
Ως προς την πλημμέλεια της ΣΜΠΕ του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ να παράσχει πληροφορίες που καλύπτονται από το στοιχείο (δ), ενώ διατυπώνει γενικές παρατηρήσεις για την βιοποικιλότητα, την πανίδα, την χλωρίδα και άλλους περιβαλλοντικούς δείκτες, η ΣΜΠΕ δεν καταγράφει «τα υφιστάμενα προβλήματα που που αφορούν το σχέδιο ή πρόγραμμα συμπεριλαμβανομένων, κατά κύριο λόγο, εκείνων που αφορούν περιοχές ιδιαίτερης περιβαλλοντικής σημασίας, όπως περιοχές που χαρακτηρίζονται σύμφωνα με τις οδηγίες 79/409/ΕΟΚ και 92/43/ΕΟΚ». Ως προς το στοιχείο (στ), όπως αναφέρεται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2001/42/ΕΚ, οι ενδεχόμενες σημαντικές επιπτώσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν δευτερογενείς, σωρευτικές, συνεργειακές, βραχυ-, μεσο- και μακροπρόθεσμες, μόνιμες και προσωρινές, θετικές και αρνητικές επιπτώσεις. Ενώ η ΣΜΠΕ περιέχει αναφορές σε διάφορες σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και σε διάφορα θέματα που αναγράφονται στο στοιχείο (στ) του παραρτήματος Ι, δεν αναλύονται οι πιθανές σημαντικές σωρευτικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Ως προς το στοιχείο (ζ) δεδομένου ότι δεν υπάρχει ανάλυση των πιθανώς σημαντικών σωρευτικών επιπτώσεων στο περιβάλλον, δεν ήταν δυνατόν, επομένως, να εξεταστούν μέτρα για την πρόληψη, τη μείωση και την πλήρη, στο μέτρο του δυνατού, εξουδετέρωση αυτών των σημαντικών σωρευτικών δυσμενών επιδράσεων στο περιβάλλον εξαιτίας της εφαρμογής του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ. Συνεπώς, κατά την Επιτροπή, η Ελληνική Δημοκρατία παραβιάζει το άρθρο 5 παρ. Ι της οδηγίας 2001/42/ΕΚ και το παράρτημα Ι και ως προς τα στοιχεία (δ), (στ) και (ζ) της οδηγίας αυτής. Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι παραπάνω πλημμέλειες θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν αν περιλαμβάνονταν στη επίμαχη ΣΜΠΕ οι πληροφορίες που ενδεικτικά αναφέρονται  στη σελ. 24 της προειδοποιητικής επιστολής, δηλώνοντας ότι η συμμόρφωση με το άρθρο 5 παρ. 1 και με το παράρτημα Ι της 2001/42/ΕΚ θα μπορούσε να επιτευχθεί και σε χαμηλότερο (χωροταξικό) επίπεδο, με την συμπλήρωση των γενικών κατευθύνσεων και πληροφοριών της ΣΜΠΕ του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ στο επίπεδο των περιφερειακών πλαισίων χωροταξικού σχεδιασμού, με την υποβολή και αυτών σε διαδικασία ΣΜΠΕ, κάτι που δεν θα ήταν δυνατόν στο επίπεδο των σημειακών έργων ΑΠΕ, επειδή η 2001/42/ΕΚ εφαρμόζεται μόνο σε σχέδια. Στα μεμονωμένα έργα εφαρμόζεται η οδηγία ΕΠΕ (85/337/ΕΟΚ, κατόπιν 2011/92/EΕ, τώρα  2014/52/ΕΕ

Η Επιτροπή δεν προκύπτει να έχει διατυπώσει αιτιολογημένη γνώμη που να έχει αποσταλεί στην Ελλάδα για την παράβαση των οδηγιών 92/43/ΕΟΚ και 2001/42/ΕΚ λόγω  της παράνομης εφαρμογής των προβλέψεων του ΕΠΧΣΑΑ ΑΠΕ και επομένως δεν έχει παραπέμψει ακόμα την Ελληνική Δημοκρατία στο Δικαστήριο.  Σε ερώτηση με θέμα:  «Οικολογική καταστροφή στην προστατευόμενη από το Δίκτυο Natura Νότια Καρυστία λόγω εγκατάστασης αιολικών πάρκων»,  με αίτημα γραπτής απάντησης, του ευρωβουλευτή Νότη Μαριά, η Κομισιόν απάντησε με αοριστολογίες. Η διαδικασία επι παραβάσει εν προκειμένω τρέχει από τις 22-5-2011 και τα αιολικά της ENEL ήδη εγκαθίστανται διαλύοντας την Ζώνη Ειδικής Προστασίας στην περιοχή Όχης. Οι πολυεθνικές και το αιολικό lobby έθαψαν την παράβαση κοινοτικού δικαίου ως προς τα αιολικά της ENEL

ΤΟ ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ, Η ΟΔΗΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΙΚΟΤΟΠΟΥΣ ΚΑΙ Η ΦΕΡΟΥΣΑ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΖΩΝΩΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΓΡΙΑΣ ΟΡΝΙΘΟΠΑΝΙΔΑΣ. ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΣΤΙΣ ΑΝΕΜΟΓΕΝΝΗΤΡΙΕΣ Η ΣΤΗΝ ΑΓΡΙΑ ΦΥΣΗ;


Στο ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ, ο εθνικός χώρος διακρίνεται σε κατηγορίες (άρθρο 5) για τις οποίες ισχύουν διαφορετικοί κανόνες χωροθέτησης των αιολικών εγκαταστάσεων. Στην ηπειρωτική χώρα, μία εκ των κατηγοριών αυτών είναι οι Περιοχές Αιολικής Προτεραιότητας Π.Α.Π. Οι Περιοχές Αιολικής Προτεραιότητας  είναι οι περιοχές της ηπειρωτικής χώρας, που προσδιορίζονται υπό μορφή πίνακα στο Παράρτημα Ι και απεικονίζονται στο Διάγραμμα  1 του χωροταξικού πλαισίου, [δηλαδή οι περιοχές του Έβρου (ΠΑΠ 1), Στερεάς Ελλάδας (ΠΑΠ 2) και Λακωνίας-Αρκαδίας (ΠΑΠ 3)] οι οποίες, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 α' «διαθέτουν συγκριτικά πλεονεκτήµατα για την εγκατάσταση αιολικών σταθμών, ενώ ταυτόχρονα προσφέρονται από απόψεως επίτευξης των χωροταξικών στόχων». Στις περιοχές αυτές, εκτιμάται η μέγιστη δυνατότητα χωροθέτησης αιολικών εγκαταστάσεων ("φέρουσα ικανότητα"), όπως ειδικότερα αυτή προσδιορίζεται στο Παράρτημα ΙΙΙ του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ ως εξής: 960 ΜWe για την Π.Α.Π. 1, 3.238 ΜWe για την Π.Α.Π. 2 και 876. ΜWe για την Π.Α.Π. 3. Το μέγιστο επιτρεπόμενο ποσοστό κάλυψης εδαφών από αιολικές εγκαταστάσεις στους πρωτοβάθμιους Ο.Τ.Α. που εμπίπτουν σε Π.Α.Π. της ηπειρωτικής χώρας δεν μπορεί να υπερβαίνει το 8% της έκτασης ανά Ο.Τ.Α.». Με εμβόλιμη διάταξη όμως,  μετά την κατάρτιση της υποστηρικτικής μελέτης και της ΣΜΠΕ, ορίστηκε ότι «ειδικά για τα επενδυτικά σχέδια Α.Π.Ε. μεγάλης κλίμακας, όπως αυτά προσδιορίζονται στο άρθρο 19 του ν. με το 3468/2006 (Α 129), που εκτείνονται σε περισσότερους από έναν Ο.Τ.Α. που εμπίπτουν σε Π.Α.Π., ο αριθμός των τυπικών Α/Γ που μπορεί να εγκατασταθεί κατά τα παραπάνω σε ένα Ο.Τ.Α. μπορεί να προσαυξηθεί με τη μεταφορά αριθμού Α/Γ από το σύνολο των Ο.Τ.Α. που εκτείνεται το έργο. Ο αριθμός αυτός δεν μπορεί να υπερβεί το 30% των τυπικών Α/Γ που αντιστοιχούν στον Ο.Τ.Α., με το μεγαλύτερο πλεόνασμα αδιάθετων Α/Γ.». Τα αποτελέσματα αυτής της διάταξης τα είδαμε στην Κάρυστο.
Εντός των Περιοχών Αιολικής Προτεραιότητας βρίσκονταν 18 τόποι κοινοτικής σημασίας (Τ.Κ.Σ.) του δικτύου Natura 2000 και 9 Ζώνες Ειδικής Προστασίας (οι 3 επικαλύπτονταν με Τ.Κ.Σ.). Συγκεκριμένα, στην περιοχή του Έβρου, στους τότε δήμους εγκατάστασης αιολικών πάρκων αλλά και στους όμορους βρίσκονται τρεις από τους σημαντικότερους βιότοπους για τα πουλιά στην Ελλάδα. Πρόκειται για το Δέλτα του Έβρου (ΖΕΠ GR 1110006) το δάσος της Δαδιάς "(ΖΕΠ GR 1110002) και το Νότιο Δασικό Σύμπλεγμα Έβρου (ΖΕΠ GR 1110009). Στο Νομό Ροδόπης εκτείνεται η κοιλάδα Φιλιούρι (ΖΕΠ GR 1130011). Στο Νομό Εύβοιας, στον δήμο Δυστίων βρίσκεται η ομώνυμη λίμνη (ΖΕΠ   GR 2420008). Επιπλέον, στον ίδιο νομό (στους προτεινόμενους τότε δήμους) βρίσκονται ακόμη 3 Σημαντικές για τα Πουλιά Περιοχές (ΣΠΠ) οι οποίες δεν είχαν ακόμη χαρακτηριστεί ως ΖΕΠ.  Επρόκειτο για τις: όρος Όχη (δήμοι Καρύστου, Μαρμαρίου και Κ. Καφηρέως), Δίρφης, Ξηροβούνι και ευρύτερη περιοχή (δήμοι Διρφύων και Κύμης) και όρος Καντήλι (δήμος Μεσσαπίων). Στο Νομό Βοιωτίας ο δήµος Αραχώβης περιελάμβανε τμήμα του Εθνικού δρυμού Παρνασσού (ΖΕΠ GR 2410002). Στο Νομό Φθιώτιδας ο Δήμος Υπάτης περιελάμβανε το μεγαλύτερο τμήμα του όρους Οίτη (ΖΕΠ GR 2440007). Στο Νομό Φωκίδας ο Δήμος Λιδορικίου περιελάμβανε τµήμα του όρους Γκιώνα ΖΕΠ GR 2450007). Τέλος στο Νομό Λακωνίας οι (τότε) Δήμοι Ζάρακα Νιάτων, Μονερβασίας και Μολάων περιελάμβαναν τα Όρη ανατολικής Λακωνίας [ΖΕΠ GR 2540007).  Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των περιοχών δεν διέθεταν εγκεκριμένες Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (κατά τα άρθρα 18 επ. του ν. 1650/86), οι οποίες περιγράφουν τα προστατευτέα στοιχεία και γενικότερα το φυσικό κεφάλαιο των περιοχών, τα μέτρα προστασίας και διαχείρισης τις απειλές  Κατόπιν τούτου η φερόμενη ως "φέρουσα ικανότητα" των Π.Α.Π. με το να μην είχε υπολογίσει την κρίσιµη παράμετρο της φέρουσας ικανότητας των οικοσυστημάτων, πριν τον σχεδιασμό «πάσης επί µέρους δηµοσίας πολιτικής που αφορά στα ανθρωπογενή συστήµατα», (βλ. «Κριτική Ανάλυση της Βιωσιµότητος του Ειδικού Χωροταξικού Σχεδίου για τις Α.Π.Ε. - Επιμελητήριον Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας, 2008), ήταν παντελώς αυθαίρετη και προσχηματική. Με άλλα λόγια, η Πολιτεία  έπρεπε να προβεί στην ακριβή απογραφή των φυσικών οικοσυστηµάτων της, προτού να αποφασίσει και σχεδιάσει οποιανδήποτε παρέµβαση σε αυτά (δάση, οικοτόπους, υγροτόπους, νήσους κ.λπ.).

Στα δικόγραφα για την ακύρωση του ΕΠΧΣΣΑ-ΑΠΕ είχε προβληθεί ότι σύμφωνα με την υποστηρικτική μελέτη του πλαισίου: «οι Ζώνες Ειδικής Προστασίας της ορνιθοπανίδας της Οδηγίας 79/409 (ΖΕΠ-SPA), δεν αποτελούσαν καταρχήν ζώνες αποκλεισμού και οι όποιοι περιορισμοί εγκατάστασης Α/Π (πχ. πυκνότητα εγκατάστασης των ανεμογεννητριών, ελάχιστες αποστάσεις) σε συγκεκριμένη ζώνη ΖΕΠ, θα προέκυπταν σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ,  κατά περίπτωση, στο πλαίσιο της αξιολόγησης από την αρμόδια Υπηρεσία Περιβάλλοντος της σχετικής ορνιθολογικής μελέτης (εκπονούμενης από ειδικούς Επιστήμονες με αποδεδειγμένη γνώση και εμπειρία στο σχετικό θέμα), στο στάδιο της ΕΠΟ» (Σελ. 184). Δηλαδή στην υποστηρικτική μελέτη του Ειδικού Πλαισίου οι ΖΕΠ είχαν αντιμετωπιστεί ως περιοχές ασύμβατες με την εγκατάσταση αιολικών και για να θεωρηθούν ως περιοχές αποκλεισμού θα έπρεπε να τεκμηριωθεί με ειδική μελέτη η ορνιθολογική τους αξία ελλείψει Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών. Πράγματι από έγγραφο της Δ/νσης Περιβάλλοντος, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως για παροχή πληροφοριών (α.π. 7618/07.03.2007), μόλις ένα μήνα μετά την οριστικοποίηση της Υποστηρικτικής Μελέτης, προέκυπτε ότι: «οι περιοχές SPA (ΖΕΠ) θεωρούνται ζώνες αποκλεισμού αιολικών εγκαταστάσεων εφόσον προκύπτει ως αποτέλεσμα ειδικής ορνιθολογικής μελέτης ότι βρίσκονται σε τόπους διαβίωσης και μετανάστευσης της άγριας ορνιθοπανίδας». Το ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ όμως στο άρθρο 6 παρ. 3 διαστρέβλωσε πλήρως την ανωτέρω προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία η διαπίστωση από την ορνιθολογική μελέτη ότι η ΖΕΠ είναι τόπος διαβίωσης και μετανάστευσης άγριας ορνιθοπανίδας καθιστούσε αυτόματα τη ΖΕΠ ζώνη αποκλεισμού αιολικών. Προσέγγιση, η οποία ερμηνεύεται από το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός ΖΕΠ έχει χαρακτηριστεί βιβλιογραφικά, χωρίς να προηγηθεί Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με την αρχή χωροταξικού σχεδιασμού που είχε εγκρίνει την υποστηρικτική μελέτη του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ, στις ΖΕΠ που πράγματι διαβιεί άγρια ορνιθοπανίδα ή/και είναι μεταναστευτικός διάδρομος, δεν θα εγκαθίσταντο ανεμογεννήτριες. Όμως το άρθρο 6 παρ. 3 της προσβαλλόμενης πράξης, αντίθετα, επέτρεπε την εγκατάσταση ανεμογεννητριών με μόνη προϋπόθεση τη σύνταξη ειδικής ορνιθολογικής μελέτης (τώρα μελέτης Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης) και ανεξάρτητα από το αν από αυτή διαπιστώνεται ότι στη ΖΕΠ διαβιεί πράγματι άγρια ορνιθοπανίδα ή είναι μεταναστευτικός διάδρομος. Ειδικότερα το άρθρο 6 παρ. 3 του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ προέβλεπε τα εξής: «3. Επιτρέπεται η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός των Ζωνών Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) της ορνιθοπανίδας της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ ύστερα από τη σύνταξη ειδικής ορνιθολογικής μελέτης και σύμφωνα με τις ειδικότερες προϋποθέσεις και περιορισμούς που θα καθορίζονται στην οικεία πράξη έγκρισης περιβαλλοντικών όρων». Επομένως, εκ του γεγονότος ότι από το ΕΠΧΣΑΑ – ΑΠΕ η απαίτηση σύνταξης ορνιθολογικής μελέτης, δεν υφίστατο για να τεκμηριωθεί η οικολογική αξία της ΖΕΠ, έτσι ώστε αυτή να θεωρηθεί ζώνη αποκλεισμού, αλλά ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή ως διαδικαστική προϋπόθεση για την εγκατάσταση αιολικών σταθμών σε ΖΕΠ (ακόμη και αν διαπιστωθεί από τη μελέτη η παρουσία σημαντικής άγριας ορνιθοπανίδας), κατά πρώτον δεν είχε τηρηθεί η συνταγματική υποχρέωση του κράτους να λαμβάνει προληπτικά μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος, σε ευθεία αντίθεση με το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά δεύτερον το μέτρο της προηγούμενης σύνταξης ειδικής ορνιθολογικής μελέτης παρίστατο μόνον ως διαδικαστική προϋπόθεση για την εγκατάσταση ανεμογεννητριών εντός ΖΕΠ παραβιάζοντας  τα άρθρα 6 παρ. 2 και 7 της Οδηγίας 92/43 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 4 της Οδηγίας 79/409 σύμφωνα με τα οποία τα Κράτη Μέλη υποχρεούνται να θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε στις Ζώνες Ειδικής Προστασίας να αποφεύγεται η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών, καθώς και οι ενοχλήσεις που έχουν επιπτώσεις στα είδη για τα οποία οι ζώνες έχουν ορισθεί, εφόσον οι ενοχλήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις σημαντικές όσον αφορά τους στόχους της παρούσας οδηγίας. 
      
ΜΕ ΔΙΑΔΟΧΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟ ΑΚΥΡΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΧΕΙ  ΑΠΟΡΡΙΨΕΙ ΤΙΣ ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΑΚΥΡΩΤΙΚΟ ΛΟΓΟ (ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΙΤΙΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ).

Με αιτιολόγηση όπως αυτή που διατυπώθηκε για την απόρριψη των αιτήσεων ακύρωσης του «Ειδικού πλαισίου χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης για τη βιομηχανία και της στρατηγικής μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων αυτού» (ΦΕΚ Α.Α.Π. 151/13.4.2009) στις αποφάσεις  ΣτΕ 4013/2013, 4784/2013  σκ.13-17 και 11-14 αντιστοίχως, το εθνικό ανώτατο ακυρωτικό Δικαστήριο απέρριψε  με τις αποφάσεις 1421, 1422/2013, 4189/2014 κ.ά. όλες τις αιτήσεις ακύρωσης του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ.  Με σκεπτικό που υποβιβάζει σαφέστατα τις απαιτήσεις της οδηγίας 2001/42/ΕΚ στο επίπεδο των μελετών που ενδεχομένως δεν συντάσσονται πλέον ούτε στις αναπτυσσόμενες χώρες. To ΣτΕ θεώρησε ότι  η στρατηγική μελέτη πληροί, κατ΄αρχήν μάλιστα, τις ελάχιστες απαιτήσεις του παραρτήματος ΙΙΙ της Κ.Υ.Α. 107017/2006, ενώ το συμπέρασμα αυτό δεν συνάγεται ούτε υπό το πρίσμα των σχετικών αιτιάσεων της Επιτροπής.
 
Πολύ περισσότερο δεν συνάγεται εάν φωτιστούν τα βασικά σημεία των απορριπτικών αποφάσεων ΣτΕ: Στην παράγραφο 17 της 1421/2013 ΣτΕ η απορριπτική αιτιολόγηση έχει ως εξής:  «Η προστασία (εξάλλου) του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος των περιοχών αυτών (δηλαδή των Περιοχών Αιολικής Προτεραιότητας)  επιχειρείται μέσω της εφαρμογής γενικότερων κανόνων, μεταξύ των οποίων προέχουσα θέση κατέχουν οι ρυθμίσεις περί των ζωνών αποκλεισμού και ασυμβατότητας (βλ. σελ. 183 υποστηρικτικής μελέτης), και οι κανόνες που αφορούν τον προσδιορισμό της φέρουσας ικανότητάς τους, της μέγιστης, δηλαδή, δυνατότητας εγκαταστάσεως αιολικών μονάδων. Η ικανότητα αυτή αντιστοιχεί στο εν δυνάμει εκμεταλλεύσιμο δυναμικό κάθε περιοχής αιολικής προτεραιότητας, αφαιρουμένου του αιολικού δυναμικού που αντιστοιχεί στις ζώνες αποκλεισμού, ρύθμιση μέσω της οποίας λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εκάστης εδαφικής ενότητας (σελ. 174 – 178).».

Τι να πει κανείς για να μην τον πιάσει ό νόμος! Εννοείται πως η κατάρτιση του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ ως χωροταξικού σχεδίου που θα κάλυπτε τις απαιτήσεις της οδηγίας 2001/77 για την ευρεία διείσδυση των τεχνολογιών ΑΠΕ  στο ενεργειακό μείγμα των κρατών-μελών της Ε.Ε. (που συνεπάγονταν αυξημένες συγκεντρώσεις εγκαταστάσεων), υπαγορεύτηκε από το περιεχόμενο της αποφάσεως 2569/2014  ΣτΕ (ακύρωση ΑΕΠΟ για αιολικό 4,8 MW στο Δημοτικό Διαμέρισμα  Ελληνικού Μονεμβασίας). Οι προδιαγραφές της μελέτης για τις περιοχές αιολικής προτεραιότητας είχαν υποδειχθεί αρκούντως από το ΣτΕ.  Έπρεπε να συνεκτιμηθούν αφ' ενός οι ενεργειακές ανάγκες, τις οποίες επρόκειτο να καλύψουν οι προς εγκατάσταση αιολικοί σταθμοί, αφ' ετέρου δε, και προεχόντως, οι επιπτώσεις στην περιοχή από την εγκατάσταση του συνόλου των ανεμογεννητριών και να προσδιορίζεται ο συνολικός αριθμός των αιολικών σταθμών και ανεμογεννητριών που μπορεί να εγκατασταθούν στην περιοχή, ενιαίως ή κατά τμήματα αυτής, χωρίς να σημειώνεται υπέρβαση στη φέρουσα ικανότητά τους στον τομέα αυτόν.
Πως είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η φέρουσα ικανότητα των προστατευομένων οικοσυστημάτων εντός των ΠΑΠ, εάν πρώτα δεν τα αναγνωρίσεις και τα αναλύσεις υπό το πρίσμα των αρχών της βιωσιμότητας και των διατάξεων της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ όσον αφορά στις περιοχές Natura, λαμβάνοντας πρωταρχικώς υπ’ όψιν τους στόχους διατήρησης τους; Το ΣτΕ δεν γνώριζε ότι στη  βάση της βιωσιμότητας, η φέρουσα ικανότητα ενός αποδοχέα, έναντι της συγκεκριμένης βιομηχανικής δραστηριότητας, δεν επιτρέπεται να καθορίζεται από τον αδηφάγο πρωτογονισμό του μέσου; Δια της  αφαιρετικής ρύθμισης: "εν δυνάμει εκμεταλλεύσιμο αιολικό δυναμικό, μείον περιοχές αποκλεισμού" πως ακριβώς  συνεπάγεται ότι έχουν ληφθεί υπ’ όψιν τα  «ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εκάστης εδαφικής ενότητας» εντός της οποίας θα σωρευτούν οι ανεμογεννήτριες και καλύπτονται οι απαιτήσεις για τον προσδιορισμό της φέρουσας ικανότητας της; Έτσι κατά το ΣτΕ ενσωματώνεται, στον αναγκαίο υπό το πρίσμα της βιωσιμότητας βαθμό, η περιβαλλοντική παράμετρος στο ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ; Μήπως η ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής διάστασης ως προς τις ζώνες ασυμβατότητας επαληθεύεται με τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν για την έκδοση της απόφασης 47/2008 ΣτΕ; Στην υποστηρικτική μελέτη του ΕΠΧΣΣΑ-ΑΠΕ διατυπώνεται ευθέως η βασική οικοφασιστική προσέγγιση, ως προς την φέρουσα ικανότητα (Φ.Ι.) των φυσικών συστημάτων. Εννοιολογικά η Φ.Ι. προσλαμβάνεται ως η μέγιστη δυνατότητα υποδοχής ασύμβατων με την άγρια φύση τεχνολογιών, με μόνο κριτήριο την αποφυγή της ανεπίστροφης καταστροφής των βασικών χαρακτηριστικών της. Κατ’ αυτήν την τεχνο-οικοφασιστική προσέγγιση η φέρουσα ικανότητα των φυσικών (και ανθρωπογενών) συστημάτων είναι μια δυναμική έννοια που υποδεικνύει ένα «όριο»,  το οποίο όμως μπορεί διαχρονικά να μεταβάλλεται μέσω των προσαρμογών των ανθρωπίνων και φυσικών οικοσυστημάτων, κατόπιν παρεμβάσεων και της λήψεως θεσμικών οργανωτικών και τεχνολογικών μέτρων, κυρίως για λόγους γενικότερης κοινής ωφέλειας. Αυτή η εννοιολογική προσέγγιση της Φ.Ι. συνιστά την σύνοψη του "ευ"αγγελίου του οικο-ιμπεριαλισμού. Ευρείες παρεμβάσεις στις εναπομείνασες αδιατάρακτες από τον άνθρωπο περιοχές με τεχνοφασιστικές μεθόδους.  Αυτήν την προσέγγιση της Φ.Ι. απεδέχθη  το ΣτΕ με τις αποφάσεις 1421/2013, 1422/2013.
Πώς θα ήταν δυνατόν να συνεκτιμηθούν προεχόντως, οι επιπτώσεις στις περιοχές αιολικής προτεραιότητας (σύμφωνα με την 2569/2004 ΣτΕ) από την εγκατάσταση του συνόλου των ανεμογεννητριών, εφόσον το ΣτΕ παρέπεμπε (παραβιάζοντας την βασική αιτιολόγηση της απόφασης του για τις λίγες ανεμογεννήτριες στη Μονεμβάσια Λακωνίας), σε μεταγενέστερο της ΣΕΠΕ επίπεδο αδειοδότησης, σε αυτό της ΑΕΠΟ για μεμονωμένα έργα;

Σύμφωνα με την οδηγία ΣΕΠΕ  «εκπονείται περιβαλλοντική μελέτη στην οποία εντοπίζονται, περιγράφονται και αξιολογούνται οι ενδεχόμενες σημαντικές επιπτώσεις που θα έχει στο περιβάλλον η εφαρμογή του σχεδίου ή προγράμματος, καθώς και λογικές εναλλακτικές δυνατότητες λαμβανομένων υπόψη των στόχων και του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής του σχεδίου ή προγράμματος». Ναι μεν πεδίο εφαρμογής του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ ήταν ο ελλαδικός χώρος, πρωταρχικός στόχος του όμως ως προς τα αιολικά ήταν: βλ. άρθρο 4 του ΕΠΧΣΑΑ/ΑΠΕ, Κανόνες Χωροθέτησης Αιολικών, Στόχοι, Ο χωροταξικός σχεδιασμός των αιολικών εγκαταστάσεων αποσκοπεί: 1.  Στον εντοπισμό, με βάση τα στοιχεία αιολικού δυναμικού, κατάλληλων περιοχών (των ΠΑΠ δηλαδή) που θα επιτρέπουν ανάλογα με τις χωροταξικές και περιβαλλοντικές ιδιαιτερότητές τους τη λειτουργία αιολικών εγκαταστάσεων και την επίτευξη οικονομιών κλίμακας στα απαιτούμενα δίκτυα ... ). Ειδικό πλαίσιο ΑΠΕ,  βλέπε ΣΜΠΕ παράγρ. 2.3.1 «Ειδικοί στόχοι για τις αιολικές εγκαταστάσεις ... 1. Εντοπισμό, με βάση τα διαθέσιμα σε εθνικό επίπεδο στοιχεία αιολικού δυναμικού, κατάλληλων περιοχών που θα επιτρέπουν, ανάλογα με τις χωροταξικές και περιβαλλοντικές ιδιαιτερότητές τους: α) τη μεγαλύτερη δυνατή χωρική συγκέντρωση των αιολικών εγκαταστάσεων, την επίτευξη οικονομιών κλίμακας στα απαιτούμενα (συνωδά) δίκτυα ... ». Εάν δεν γνωρίζεις τις χωροταξικές και περιβαλλοντικές ιδιαιτερότητες των "κατάλληλων", με βάση τα ανεμολογικά στοιχεία, περιοχών για την επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής χωρικής συγκέντρωσης αιολικών, τότε πως θα προσδιορίσεις την φέρουσα ικανότητα τους ποσοτικά, δηλαδή τον μέγιστο αριθμό ανεμογεννητριών που μπορεί να δεχθούν;

Τις  απαντήσεις τις έδωσε το ΣτΕ! βλ. στην 1421/2013: «13. ... Κατ’’ εκτίμηση, εξάλλου, του γεγονότος ότι το υπό εκπόνηση χωροταξικό σχέδιο αναφέρεται σε στρατηγικό σχεδιασμό εθνικού επιπέδου, η περιγραφή της υφιστάμενης κατάστασης του περιβάλλοντος γίνεται σε εθνικό επίπεδο και με χρήση σαράντα τεσσάρων περιβαλλοντικών δεικτών αειφορίας και σχετικών πληροφοριών από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος, αλλά και μέσω αναλυτικής παρουσίασης των περιοχών που τελούν υπό ειδικό καθεστώς προστασίας και των σημαντικών περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών των λοιπών περιοχών της ελληνικής επικράτειας. Εξάλλου, η αναγκαιότητα λήψης μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος κατά το στάδιο του στρατηγικού σχεδιασμού εξετάσθηκε με βασικό κριτήριο το ζήτημα αν η επίπτωση αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά με τη λήψη μέτρων στο στάδιο του χωροταξικού σχεδιασμού ή σε χρονικώς μεταγενέστερα στάδια του σχεδιασμού και της υλοποίησης των μεμονωμένων έργων. Η επιλογή του κριτηρίου αυτού στηρίχθηκε στην αντίληψη ότι ο βαθμός, στον οποίο θα εξαντληθούν οι ρυθμίσεις του πλαισίου, εξαρτάται από την ακριβή χωροθέτηση των εγκαταστάσεων, η οποία πραγματοποιείται στο μεταγενέστερο στάδιο της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, κατά το οποίο τίθενται και τα κατάλληλα μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος σε επίπεδο μεμονωμένης εγκατάστασης. Αντιθέτως, κατά το στρατηγικό στάδιο του σχεδιασμού, τα χαρακτηριστικά της χωροθέτησης ανά κατηγορία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας καθορίζονται κατά γενικό τρόπο, με αποτέλεσμα μόνον τα οργανωμένα σύνολα έργων ως προς το σφαιρικό τους περιβαλλοντικό αποτύπωμα να μπορούν να εξετασθούν επαρκώς» ... 16. « ... Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις του παραρτήματος ΙΙΙ της κ.υ.α. 107017/2006, στο ελάχιστο περιεχόμενο της στρατηγικής μελέτης περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, περιγραφή της υφιστάμενης κατάστασης του περιβάλλοντος στην περιοχή μελέτης, πληροφορίες για τα ιδιαίτερα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της ευρύτερης του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής του σχεδίου περιοχής, η οποία ενδέχεται να επηρεασθεί σημαντικά από την υλοποίησή του, καθώς και ιδιαίτερη μνεία των περιοχών ιδιαίτερης περιβαλλοντικής σημασίας και των ειδικότερων περιβαλλοντικής φύσεως προβλημάτων που αντιμετωπίζουν. Σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, στη μελέτη θα πρέπει, περαιτέρω, να περιέχονται εκτιμήσεις και αξιολογήσεις σχετικά με τις σημαντικές επιπτώσεις του σχεδίου στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον της περιοχής μελέτης, καθώς, επίσης, και προτάσεις για την πρόληψη, τον περιορισμό και την εν γένει αντιμετώπισή τους. Δεν αποτελεί, αντιθέτως, ρητή απαίτηση των σχετικών διατάξεων, με τις οποίες, άλλωστε, δεν προκρίνεται συγκεκριμένη μέθοδος διαρθρώσεως του ειδικότερου περιεχομένου της στρατηγικής μελέτης, η διακεκριμένη αναφορά στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των επιμέρους εδαφικών υποδιαιρέσεων της περιοχής μελέτης και των προστατευόμενων από την εθνική και κοινοτική νομοθεσία περιοχών, ούτε η αναλυτική παρουσίαση των επιπτώσεων που αφορούν κάθε μία εξ αυτών.».

Το ΣτΕ επικαλέστηκε τις ενότητες Β.1.2.1.2. «Προσδιορισμός της φέρουσας ικανότητας στις ΠΑΠ της ηπειρωτικής χώρας», Β.1.2.1.2.1 «Εννοιολογικός προσδιορισμός της φέρουσας ικανότητας για την εγκατάσταση αιολικών μονάδων» και Β1.2.1.2.2. «Προσδιορισμός της φέρουσας ικανότητας των ΠΑΠ» της ΣΜΠΕ του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ και ...οι ενότητες αυτές δήθεν επικαλέστηκαν την νομολογία ΣτΕ για την αρχή της φέρουσας ικανότητας των οικοσυστημάτων, που απορρέει από αυτή της βιώσιμης ανάπτυξης, δηλαδή της αειφορίας! 

Έλεος...

Για την εκτίμηση της φέρουσας ικανότητας ενός οικοσυστήματος μπορεί να χρησιμοποιηθούν κατά την τρέχουσα πρακτική  δείκτες αειφορίας, πλην όμως οι κατάλληλοι και με πεδίο αναφοράς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του χώρου περί του οποίο πρόκειται, λαμβάνοντας υπ' όψιν το πεδίο εφαρμογής,  τους στόχους και κυρίως τη ένταση του αναπτυξιακού σχεδίου. Για την εκτίμηση αυτή πρέπει να παρέχονται  οι απαραίτητες αξιόπιστες πληροφορίες/στοιχεία που είναι δυνατόν να τεθούν υπ’ όψιν της αξιολόγησης αυτής.  Η έννοια της στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης (SEA/ΣΕΠΕ) συνεπάγεται την άσκηση μιας δυναμικής και ολοκληρωμένης διαδικασίας η οποία εξ ορισμού καλείται να προσδιορίσει και ν' αξιολογήσει εάν συγκεκριμένα σχέδια, προγράμματα και πολιτικές υπακούουν στην αρχή της βιωσιμότητας, για να διασφαλιστεί ότι λαμβάνονται πλήρως υπόψη και  αντιμετωπίζονται στα πρώτα στάδια της διαδικασίας λήψης αποφάσεων όλα τα πιθανά προβλήματα από τα σχέδια/στόχους /οράματα αυτά. Ένα από τα κύρια πλεονεκτήματα της ΣΕΠΕ είναι ότι παρέχει ένα μέσο για την πρόβλεψη και την αποφυγή σωρευτικών αρνητικών επιπτώσεων στο περιβάλλον. Περαιτέρω η δυναμική διαδικασία ΣΕΠΕ δύναται να επιλέξει  εναλλακτικούς  τρόπους για την επίτευξη των καθορισμένων στόχων και κάθε εναλλακτική λύση αξιολογείται με βάση συγκεκριμένα κριτήρια στο πλαίσιο των ευρύτερων περιβαλλοντικών στόχων και περιορισμών. Οι εναλλακτικές λύσεις αξιολογούνται και αυτές  βάσει κριτηρίων βιωσιμότητας και αποδεκτών επιπέδων περιβαλλοντικής αλλαγής για συγκεκριμένα είδη, ενδιαιτήματα και οικοσυστήματα. Βάσει αυτής της εκτίμησης, επιλέγονται και εφαρμόζονται οι πιο επιθυμητές κατευθύνσεις δράσης για τα ανωτέρω σχέδια και προγράμματα.  Ως γνωστόν ο επακριβής προσδιορισμός των  Περιοχών Αιολικής Προτεραιότητας  είχε προηγηθεί και η διαδικασία ΣΕΠΕ  ακολούθησε την  εδαφική κατηγοριοποίηση, με κριτήρια που καμία σχέση δεν είχαν με τις αρχές της αειφορίας. Το κριτήριο ήταν η υπερσυγκέντρωση των αδειών παραγωγής για αιολικά, με βάση ένα πρότυπο της ΡΑΕ, σε εντοπισμένες περιοχές. Το πρότυπο αυτό είχε οδηγήσει στον ξέφρενο προσανατολισμό του λεγόμενου επενδυτικού ενδιαφέροντος, με αποτέλεσμα σημαντικές επικαλύψεις "επενδυτικών" προτάσεων και οδήγησε στην απόφαση 2569/2004 ΣτΕ. Τα περιβαλλοντικά/χωροταξικά κριτήρια που τέθηκαν με  την απόφαση αυτή για τις συγκεντρώσεις αιολικών σε περιορισμένους εδαφικούς πόρους (κορυφογραμμές σε εντοπισμένες περιοχές με υποτιθέμενο υψηλό αιολικό δυναμικό), όχι μόνο δεν τηρήθηκαν, αλλά τα αποτελέσματα με τα κριτήρια που απεδέχθη το ΣτΕ απορρίπτοντας τις αιτήσεις ακύρωσης του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ, ήταν ακόμη χειρότερα. 

Τα Σχέδια και Προγράμματα που καλύπτονται από την οδηγία ΣΕΠΕ υπόκεινται σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατά το στάδιο της κατάρτισης και πριν από την έγκρισή τους. Στην ΣτΕ 1421/2013 (παραγρ. 8) το Δικαστήριο απεδέχθη όμως ότι: « ... Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, ανατέθηκε, κατόπιν δημόσιου διαγωνισμού, η εκπόνηση υποστηρικτικής μελέτης, η οποία, αφού παρελήφθη, τελικώς, το Φεβρουάριο του 2007, αναρτήθηκε στον διαδικτυακό τόπο του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. ... Οι προταθείσες ρυθμίσεις ενσωματώθηκαν σε προσχέδιο ειδικού πλαισίου, το κείμενο του οποίου προσαρτήθηκε στην υποστηρικτική μελέτη και αποτέλεσε το κύριο αντικείμενο της επακολουθήσασας διαδικασίας στρατηγικής περιβαλλοντι­κής εκτίμησης. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, εκπονήθηκε στρατηγική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων (Σ.Μ.Π.Ε.), με την οποία διαπιστώθηκε ότι οι απαιτήσεις περιβαλλοντικής προστασίας είχαν επαρκώς ενσωματωθεί τόσο στη στοχοθεσία, όσο και στις επιμέρους ρυθμίσεις του ειδικού χωροταξικού σχεδίου.».

Ο προσδιορισμός της φέρουσας ικανότητας ενός οικοσυστήματος προϋποθέτει την χρήση παραμέτρων που θα πρέπει να αφορούν στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, του υποδοχέα. Εφ’ όσον το ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ ως προς τα αιολικά επικεντρώθηκε στις ΠΑΠ «λαμβανομένων υπόψη των στόχων και του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής του σχεδίου ή προγράμματος»  βλ. άρθρο 5.1 για την διεξαγωγή της ΣΕΠΕ, θα έπρεπε να παρασχεθούν οι πληροφορίες  ως προς τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά των περιοχών που αναμένονταν  να επηρεαστούν σημαντικά και τα τυχόν υφιστάμενα περιβαλλοντικά προβλήματα που αφορούσαν στο σχέδιο συμπεριλαμβανομένων, κατά κύριο λόγο, εκείνων που αφορούσαν περιοχές ιδιαίτερης περιβαλλοντικής σημασίας, όπως αυτές που είχαν χαρακτηριστεί σύμφωνα με τις οδηγίες 79/409/ΕΟΚ και 92/43/ΕΟΚ και για τον λόγο αυτό θα έπρεπε να συλλεχθεί κάθε σχετική διαθέσιμη πληροφορία όσον αφορά τις επιπτώσεις του σχεδίου στο περιβάλλον, η οποία προήλθε από κάποιο άλλο επίπεδο λήψης αποφάσεων ή από άλλη κοινοτική νομοθεσία. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω παραδοχών, είναι προφανές ότι ο προσδιορισμός της φέρουσας ικανότητας για τις ΠΑΠ ναι μεν μπορούσε να προσδιοριστεί με την μέθοδο που απεδέχθη το ΣτΕ, (δια της αφαιρέσεως των χιλιομέτρων επί των κορυφογραμμών που αφορούσαν σε περιοχές αποκλεισμού, από τα χιλιόμετρα των κορυφογραμμών με υπολογίσιμο αιολικό δυναμικό), όμως αυτή η μέθοδος δεν υπακούει στην λογική της ΣΕΠΕ. Άλλο να έχεις μια τάξη μεγέθους για τις ΑΠΕ όλων των τεχνολογιών,  στη βάση των απαιτήσεων αρχικά της οδηγίας 2001/77/ΕΚ και εν συνεχεία της 2009/28/ΕΚ και άλλο να τρέξεις εκ των υστέρων ΣΕΠΕ με προαποφασισμένα αιολικά σε εντοπισμένες περιοχές.
Όχι δεν είναι αστείο:  ΣτΕ 1421/2013, βαθυστόχαστη σκέψη υπ’ αριθ. 17 «Στη στρατηγική, εξάλλου, μελέτη, με την οποία επιχειρείται η αξιολόγηση του βαθμού, στον οποίο έχουν ενσωματωθεί οι απαιτήσεις περιβαλλοντικής προστασίας στις επιμέρους ρυθμίσεις του σχεδίου, όπως αυτές διαμορφώθηκαν κατ’ εκτίμηση των πορισμάτων της υποστηρικτικής μελέτης, αναφέρεται ρητώς ότι τα κριτήρια χωροθέτησης των αιολικών μονάδων και οι κανόνες ένταξής τους στο τοπίο, όπως, επίσης, και ο προσδιορισμός της φέρουσας ικανότητας των περιοχών αιολικής προτεραιότητας, συμβάλλουν στην εξισορρόπηση των αναπτυξιακών προτεραιοτήτων του οικείου παραγωγικού κλάδου και των απαιτήσεων περιβαλλοντικής προστασίας (σελ. 60 και 61). 

Σελ. 60 ΣΜΠΕ, ενότητα 3.2.4 «Αναμενόμενα αποτελέσματα από την έγκριση και εφαρμογή του Ειδικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ» βλ. κάτω. 

ΠΑΝΩ ΤΑ ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΑ ΚΑΤΑ ΣΜΠΕ ΕΠΧΣΑΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
ΚΑΤΩ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: ΚΑΝΟΝΙΚΟΣ ΦΑΣΙΣΜΟΣ



ΚΟΙΜΗΘΕΙΤΕ ΗΣΥΧΑ κ.κ. ΔΙΚΑΣΤΕΣ ΤΟΥ Ε΄ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΣτΕ

(Συνέχεια στην υπ’ αριθ. 17 περίφημη σκέψη ΣτΕ στην απόφαση 1421/2013) « ... Και ναι μεν στη μελέτη δεν περιέχεται διακεκριμένη παρουσίαση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των περιοχών αιολικής προτεραιότητας ή των σωρευτικών επιπτώσεων των αιολικών έργων που πρόκειται να εγκατασταθούν στις εν λόγω περιοχές, η έλλειψη, ωστόσο, αυτή δεν αποτελεί πλημμέλεια της στρατηγικής μελέτης, διότι αφενός η αναφορά στα στοιχεία αυτά για κάθε περιοχή ή για ευρύτερες εκτάσεις της ενιαίας περιοχής μελέτης δεν περιλαμβάνεται στο επιβαλλόμενο κατά την κ.υ.α. 107017/2006 ελάχιστο περιεχόμενο της στρατηγικής μελέτης  και αφετέρου οι περιοχές αιολικής προτεραιότητας συνιστούν απλώς υποδιάκριση της ηπειρωτικής χώρας, για τις ανάγκες εφαρμογής των κανόνων χωροθετήσεως των αιολικών εγκαταστάσεων, εκ του περιεχομένου δε της μελέτης, στην οποία γίνεται εκτενής περιγραφή της υφιστάμενης κατάστασης του φυσικού περιβάλλοντος μέσω της αναφοράς σε συγκεκριμένους δείκτες περιβαλλοντικής αειφορίας και παρατίθενται γενικές πληροφορίες για τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής μελέτης (σελ. 171 επ.), εκτιμήσεις περί των ενδεχομένων επιπτώσεων της λειτουργίας των εγκαταστάσεων εκμεταλλεύσεως της αιολικής ενέργειας στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον της ηπειρωτικής, ορεινής και νησιωτικής χώρας (σελ. 245 επ. και 282 επ.) και συγκεκριμένες προτάσεις για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπισή τους (σελ. 302 επ.), και συνεπώς, με τα δεδομένα αυτά, πληρούνται από την παραπάνω άποψη οι κατά την εν λόγω Κ.Υ.Α. 107017/2006 απαιτήσεις ως προς το ουσιαστικό περιεχόμενο της στρατηγικής μελέτης. Είναι, επομένως, απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου λόγοι ακυρώσεως.».
Τι να πει κανείς μετά από αυτά; Το κατά ΣτΕ ουσιαστικό περιεχόμενο της ΣΜΠΕ δεν συνίστατο στην κάλυψη της απαίτησης της οδηγίας 2001/42/ΕΚ (ΣΕΠΕ) για πληροφορίες ως προς τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά των περιοχών που ήταν σχεδόν σίγουρο ότι  θα επηρεαστούν σημαντικά λόγω των ειδικών χωροταξικών στόχων του πλαισίου για τις ΑΠΕ, εφόσον και η ίδια η ΣΜΠΕ με την μέθοδο των "δεικτών αειφορίας" στα πλαίσια μιας δήθεν υβριδικής, αλλά κατ' ουσίαν, μιας, επί σκοπώ, ανάποδης προκαταρκτικής εξέτασης (screening) είχε διαγνώσει ότι οι ρυθμίσεις (του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ)  θα επηρέαζαν αρνητικά καθοριστικούς παράγοντες ως προς την βιοποικιλότητα, το έδαφος, την χλωρίδα και την πανίδα (βλ. σελ. 261), αναγνωρίζοντας μάλιστα και κάποιες ιδιότητες των επιπτώσεων αυτών που σχετίζονταν ευθέως με τη συσσώρευση ομοειδών έργων και θα  επαύξαναν αθροιστικά την ένταση της επίπτωσης. Ούτε στα τυχόν υφιστάμενα περιβαλλοντικά προβλήματα που αφορούσαν το σχέδιο συμπεριλαμβανομένων, κατά κύριο λόγο τις περιοχές ιδιαίτερης περιβαλλοντικής σημασίας, όπως αυτές που είχαν χαρακτηριστεί σύμφωνα με τις οδηγίες 79/409/ΕΟΚ και 92/43/ΕΟΚ. Σημαντικές κατά ΣτΕ ήταν οι πληροφορίες γενικού περιεχομένου, τις οποίες η ΣΜΠΕ χαρακτήριζε ως «λεπτομερή ανάλυση του περιβάλλοντος της Ελλάδας» ανάλυση που απέβλεπε  κατά δήλωση της ΣΜΠΕ, στη συμπλήρωση των διαπιστώσεων  της παρουσίασης των περιβαλλοντικών δεικτών της ανάποδης, (βλ. ανωτέρω) προκαταρκτικής εξέτασης της γενικής κατάστασης του περιβάλλοντος στην Ελλάδα, «ώστε να είναι δυνατός ο σχηματισμός πλήρους εικόνας για την κατάσταση των περιβαλλοντικών μέσων»(!) και αφετέρου «να εντοπιστούν τα αίτια και οι κινητήριες δυνάμεις που οδηγούν τόσο στις θετικές πτυχές όσο και στις υστερήσεις που συνθέτουν την υφιστάμενη περιβαλλοντική κατάσταση»! Εν γένει. Σημαντικές κατά ΣτΕ ήταν οι συνοπτικές αναφορές για την βιοποικιλότητα στην χώρα καθώς και  η παράθεση πινάκων με το πλήθος των ΤΚΣ και ΖΕΠ ανά Περιφέρεια όπως και οι ανάποδες εκτιμήσεις επιπτώσεων (βλέπε αιτιάσεις Επιτροπής) όπου συναντάς απίθανα σενάρια όπως,  ερώτηση: Η εφαρμογή των ρυθμίσεων χωροθέτησης αιολικών εγκαταστάσεων, έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει αρνητικές μεταβολές σε καθοριστικούς παράγοντες για την βιοποικιλότητα, την ονιθοπανίδα; Απάντηση: Ναι.
Δείτε παρακαλώ τις υποδεικνυόμενες από το ΣτΕ σελίδες  της ΣΜΠΕ στην περίφημη σκέψη υπ’ αριθ. 17 της απόφασης 1421/2013. Δείτε ιδίως στη αναφερόμενη από το ΣτΕ σελίδα 283 της ΣΠΜΕ (ενότητα 6.4.1 «Αξιολόγηση των επιπτώσεων στην βιοποικιλότητα») τον ακόλουθο επαγωγικό συλλογισμό που είναι βέβαιον ότι θα συγκινούσε (αναγκαία δια της αναστάσεως), έναν Γεώργιο Σουρή (Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα, τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;). Συλλογισμό που φαίνεται πως ενστερνίστηκαν οι αξιότιμοι κ.κ. Δικαστές. Ο συλλογισμός αυτός είχε ως εξής: «Ένα επιπλέον στοιχείο εξομάλυνσης των επιδράσεων στα οικοσυστήματα είναι η κατ’ ανάγκη αραιή διάταξη των ανεμογεννητριών, με την πυκνότερη αναλογία να μην υπερβαίνει (βάσει των στοιχείων της υποστηρικτικής μελέτης του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ) το 1 ΜW ανά 75,860 m2. (Σημ. ανάρτησης: αυτό είναι αναληθές, η ψευτο-παραδοχή αυτή στην υποστηρικτική μελέτη,  ήταν για διπλάσιας δυναμικότητας α/γ των 2 MWe). Αυτή η μικρή πυκνότητα καθιστά εφικτή την τοπική συνοχή των οικοτόπων. Από τα στοιχεία αυτά, προκύπτει ότι η διατάραξη των οικοσυστημικών σχέσεων δεν είναι μεγάλη στις περιοχές των αιολικών πάρκων. Με δεδομένη αυτή την περιορισμένη παρεμβατικότητα ανά εγκατάσταση, η συσσώρευση έργων σε συγκεκριμένες περιοχές, η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσεις αθροιστικά ως προς τις επιπτώσεις, δεν αναμένεται να επιδεινώσει τις επιπτώσεις σε ανησυχητικό βαθμό. Η εκτίμηση  αυτή  βασίζεται στο σκεπτικό ότι το πλήθος των αιολικών εγκαταστάσεων σε μια περιοχή περιορίζεται με τους κανόνες φέρουσας ικανότητας και μέγιστης πυκνότητας του Ειδικού Πλαισίου, σε ένα σχετικά μικρό αριθμό. Οπότε, η εκ του λόγου αυτού μικρή αθροιστικότητα των περιορισμένης έκτασης επιπτώσεων της κάθε εγκατάστασης δεν μπορεί να οδηγήσει σε ανησυχητική ένταση τη συνολική επίπτωση. Συνθέτοντας τους πιό πάνω συλλογισμούς διαπιστώνεται ότι: -Η ένταση της επίπτωσης στη διατάραξη των οικοσυστημικών λειτουργιών των περιοχών υποδοχής αιολικών εγκαταστάσεων είναι πολύ περιορισμένη. - Τα μέτρα διατήρησης επαρκών αποστάσεων μεταξύ των ανεμογεννητριών, το ποσοστό κατάληψης εκτάσεων ανά ΟΤΑ που προβλέπει το ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ, καθώς και κατάλληλα μέτρα κατά το στάδιο έγκρισης περιβαλλοντικών όρων κάθε έργου, μπορούν να αντιμετωπίσουν πλήρως την επίπτωση αυτή.»! 

ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ
Ως γνωστόν, πέραν κάθε λογικής και επιστημονικής συνέπειας είχε χρησιμοποιηθεί μια απαράδεκτη μεθοδολογία εκτίμησης  των επιπτώσεων του Ειδικού Χωροταξικού Σχεδίου για τις ΑΠΕ στην Στρατηγική Μελέτη  Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ). Μια δήθεν, «υβριδική μέθοδος διάγνωσης» των  περιβαλλοντικών παραμέτρων που ήταν πιθανόν να θιχτούν από την εφαρμογή του ΕΠΧΣΣΑ-ΑΠΕ, μια μεθοδολογία που συσκότισε εκείνα τα θέματα που επόμενο ήταν ότι θα συνιστούσαν πτυχές μείζονος περιβαλλοντικής σημασίας. Περί του απαραδέκτου αυτής της μεθοδολογίας και της παράνομης εφαρμογής των προβλέψεων του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ που συνοψίζεται στην προώθηση συγκέντρωσης αιολικών εγκαταστάσεων σε εντοπισμένες περιοχές επενδυτικού ενδιαφέροντος, έχουν πολλοί αναφερθεί εκτενώς στο παρελθόν.
Η οδηγία 2001/42/ΕΚ (Οδηγία ΣΕΠΕ), συνδέεται ρητά με την οδηγία για τους οικοτόπους και την οδηγία 85/337/ΕΟΚ (Οδηγία ΕΠΕ). Το άρθρο 11 της οδηγίας ΣΕΠΕ ορίζει, ότι σε περιπτώσεις όπου η υποχρέωση διεξαγωγής εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων απορρέει ταυτοχρόνως από την οδηγία ΣΕΠΕ και από άλλες διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν συντονισμένες και κοινές διαδικασίες. Η έκταση και ο βαθμός λεπτομέρειας των στοιχείων που πρέπει να περιέχει η ΣΕΠΕ προσδιορίζονται μέσω της διαδικασίας που αναφέρεται, συνήθως, ως «οριοθέτηση του πεδίου». Εν προκειμένω, η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του Ειδικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ, με την χρήση απαράδεκτης μεθοδολογίας, δεν έλαβε υπ’ όψιν της ούτε τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά των περιοχών που αναμενόταν να επηρεαστούν σημαντικά, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις ρυθμίσεις του σχεδίου-πλαισίου για τις χωροθετήσεις αιολικών, ούτε τα τυχόν υφιστάμενα περιβαλλοντικά προβλήματα τους, ούτε τους στόχους περιβαλλοντικής προστασίας που έχουν τεθεί σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο.  Δεν ενσωμάτωσε δηλαδή κρίσιμες περιβαλλοντικές παραμέτρους του παραρτήματος Ι της οδηγίας ΣΕΠΕ.  Κατά την διαδικασία «οριοθέτησης του πεδίου», δεν επικεντρώθηκε η προσοχή και η αξιολόγηση των αρνητικών συνεπειών στις περιοχές αιολικής προτεραιότητας στις οποίες αναμένονταν οι σημαντικές για την βιοποικιλότητα  μεταβολές λόγω της εφαρμογής του Πλαισίου. Κατά τους μελετητές της ΣΜΠΕ του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ, ως «άξιες λόγου»  μεταβολές στους δείκτες που χρησιμοποιήθηκαν, θεωρήθηκαν αυτές σε εθνικό επίπεδο ή σε μια περιοχή κατά πολύ ευρύτερη από αυτή κάθε έργου. Διερωτώμεθα λοιπόν γιατί τότε δεν μελετήθηκαν οι «μεταβολές» στο επίπεδο των περιοχών αιολικής προτεραιότητας.
Όσον αφορά στα αιολικά, προκρίθηκε η «μετακύλιση»   της εκτίμησης των επιπτώσεων από το «ενδιάμεσο» επίπεδο, σε αυτό των επιπτώσεων σε επίπεδο χώρας, όπου ενδιάμεσο επίπεδο βεβαίως ήταν το ζητούμενο, αυτό της χωρικής συγκέντρωσης των εγκαταστάσεων σε περιοχές επιχειρηματικού ενδιαφέροντος. Όπως αναφέρεται  στην σελίδα 240 της ΣΜΠΕ του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ «Οι τοπικού χαρακτήρα μεταβολές μπορούν να προληφθούν ή να αντιμετωπισθούν επαρκώς στα επόμενα στάδια σχεδιασμού μέσω της διαδικασίας ΕΠΟ, και αυτό -δήθεν- για την αποφυγή «επικαλύψεων» των διαδικασιών περιβαλλοντικής εκτίμησης  επιπτώσεων. Με τη χρήση  αυτής της μεθοδολογίας, η επαλήθευση της ορθότητας των ρυθμίσεων του ΕΠΧΣΑΑ-ΑΠΕ   ή άλλως «ο βαθμός στον οποίο θα εξαντλούνταν οι ρυθμίσεις του Πλαισίου» θα εξαρτάτο από την ακριβή χωροθέτηση των εγκαταστάσεων, η οποία θα πραγματοποιείτο σε αρκετά μεταγενέστερο στάδιο αυτό της διαδικασίας ΕΠΟ». Τότε είχε διατυπωθεί και η παράδοξη άποψη «ότι η υπερβολική προσήλωση ανά έργο, ενδέχεται να υποβαθμίσει την δυνατότητα σφαιρικής εκτίμησης». Διατυπώθηκε ανερυθρίαστα  αυτή η άποψη αν και το ζητούμενο ήταν ακριβώς η προσήλωση της εκτίμησης ανά περιοχή συγκέντρωσης των αιολικών εγκαταστάσεων και αυτό λόγω  της κεντρικής ρύθμισης του ΕΠΧΣΑΑ ΑΠΕ για τη μεγαλύτερη δυνατή χωρική συγκέντρωση τους για την επίτευξη οικονομιών κλίμακας στα δίκτυα. 

ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ

ΤΟ ΑΡΘΡΟ 3 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2 ΣΤΟΙΧΕΙΟ Β΄, ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2001/42/ΕΚ

Το άρθρο 3 παράγραφος 2 εδάφιο β) αναφέρεται στα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ (οδηγία για τους οικοτόπους). Τα άρθρα αυτά απαιτούν δέουσα εκτίμηση κάθε σχεδίου ή έργου, μη άμεσα συνδεόμενου ή αναγκαίου για τη διαχείριση ενός τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο. Συνεπώς, αν ένα σχέδιο διαπιστωθεί ότι έχει σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις βάσει του άρθρου 6 παράγραφος 3 της οδηγίας 92/43 για έναν ορισμένο τόπο ή τόπους, η διαπίστωση αυτή επιβάλλει την εφαρμογή της οδηγίας ΣΠΕ βάσει αυτής της παραγράφου.  Στο άρθρο 11 παράγραφος 2, ως προς την αποφυγή επανάληψης διαδικασιών εκτίμησης, αναφέρεται ότι «είναι δυνατόν» να γίνονται ολοκληρωμένες εκτιμήσεις που να πληρούν τις απαιτήσεις διαφόρων σημείων της κοινοτικής νομοθεσίας ταυτόχρονα. Για το θέμα της αποφυγής επικάλυψης εκτιμήσεων στον οδηγό της Ε.Ε. για την εφαρμογή της οδηγίας2001/42  αναφέρονται τα εξής:  9.13.  « ... όταν απαιτείται εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων τόσο από την οδηγία 2001/42 όσο και από άλλη κοινοτική νομοθεσία, έχουν εφαρμογή σωρευτικώς και οι δύο σειρές απαιτήσεων. Θα ήταν παράλογο αν αυτό σήμαινε ότι πρέπει για την ίδια πρόταση να διενεργηθούν δύο ουσιαστικά παρόμοιες εκτιμήσεις και, για να αποφευχθεί μια τέτοια επανάληψη, το άρθρο 11 παράγραφος 2 της οδηγίας επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν συντονισμένες ή κοινές διαδικασίες που πληρούν τις απαιτήσεις της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας. Το πρώτο βήμα είναι να διαπιστωθεί αν η οδηγία 2001/42/ΕΚ και οι άλλες κοινοτικές διατάξεις για εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων εφαρμόζονται ταυτόχρονα. Τα κράτη μέλη μπορεί κατόπιν να προβλέψουν μια διαδικασία εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων που να ενσωματώνει τις απαιτήσεις τόσο της οδηγίας όσο και της άλλης κοινοτικής νομοθεσίας. Προς τούτο, πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τυχόν οδηγίες που έχουν εκδοθεί για ενδυνάμωση των απαιτήσεων του κοινοτικού δικαίου, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι σε περίπτωση που ανακύψει σύγκρουση μεταξύ οδηγιών για μια οδηγία και των νομικών απαιτήσεων που περιλαμβάνονται σε μια άλλη οδηγία, στο εθνικό δίκαιο πρέπει να μεταφερθούν οι τελευταίες.». 

ΑΠΟΦΥΓΗ ΕΠΙΚΑΛΥΨΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΟΔΗΓΙΑΣ ΣΕΠΕ ΚΑΙ ΟΔΗΓΙΑΣ ΕΠΕ (Οδηγός της Ε.Ε. για την εφαρμογή της οδηγίας 2001/42)

9.14. Η εκτίμηση βάσει της οδηγίας ΕΠΕ πραγματοποιείται συνήθως σε ένα μεταγενέστερο στάδιο της διεργασίας λήψης αποφάσεως από εκείνο βάσει της οδηγίας 2001/42/ΕΚ, αφού η πρώτη οδηγία αναφέρεται σε έργα και όχι σε σχέδια και προγράμματα που καθορίζουν το πλαίσιο για τέτοια έργα. Σε ορισμένα κράτη μέλη, ωστόσο, μπορεί να υπάρχουν επικαλύψεις μεταξύ των δύο οδηγιών σε περιπτώσεις όπου το σχέδιο ή πρόγραμμα περιλαμβάνει άδεια για έργο. 9.15. Στις περιπτώσεις αυτές, για την αποφυγή επανάληψης εκτιμήσεως, μπορεί να είναι επιθυμητή η πρόβλεψη μιας συντονισμένης διαδικασίας που να καλύπτει τις πτυχές τόσο της ΕΠΕ όσο και της ΣΠΕ. Οι βασικές απαιτήσεις των οδηγιών ΕΠΕ και ΣΠΕ είναι παρόμοιες, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός έργου, αφενός, και ενός σχεδίου ή προγράμματος αφετέρου. Σε σύγκριση με την οδηγία ΣΠΕ, η οδηγία ΕΠΕ δεν απαιτεί τη διενέργεια διαβουλεύσεων με άλλες αρχές όταν υπάρχει εξέταση κατά περίπτωση (άρθρο 4 παράγραφος 2), έχει διαφορετικές απαιτήσεις για την κοινοποίηση αποφάσεων για διαλογή, ενώ δεν έχει καμία απαίτηση περί ποιότητας ή παρακολούθησης.

ΑΠΟΦΥΓΗ ΕΠΙΚΑΛΥΨΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΟΔΗΓΙΑΣ ΣΕΠΕ ΚΑΙ ΟΔΗΓΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΙΚΟΤΟΠΟΥΣ (Οδηγός Ε.Ε.)

9.19. Σχέδια και προγράμματα τα οποία έχει αποφασιστεί ότι απαιτούν εκτίμηση σύμφωνα με την οδηγία για τους οικοτόπους,21 υπόκεινται επίσης στη διαδικασία εκτίμησης επιπτώσεων βάσει της οδηγίας ΣΠΕ (άρθρο 3παράγραφος 2 σημείο β)). Συνεπώς, η οδηγία ΣΠΕ και η οδηγία για τους οικοτόπους εφαρμόζονται σωρευτικά σε όλα τα σχέδια και προγράμματα που έχουν επιπτώσεις σε προστατευόμενους τόπους σύμφωνα με το άρθρο 6 ή 7 της οδηγίας για τους οικοτόπους και μπορεί να προβλεφθεί μια συνδυασμένη διαδικασία εφόσον αυτή πληροί τόσο τις απαιτήσεις της οδηγίας ΣΠΕ όσο και της οδηγίας για τους οικοτόπους. Στην περίπτωση αυτή, η διαδικασία πρέπει να περιλαμβάνει τα διαδικαστικά βήματα που απαιτούνται από την οδηγία ΣΠΕ, καθώς και τον ουσιαστικό έλεγχο σχετικά με τις επιπτώσεις σε προστατευόμενους τόπους που απαιτείται από την οδηγία για τους οικοτόπους. 9.21. Η εκτίμηση βάσει της οδηγίας ΣΠΕ έχει μεγαλύτερη καλυπτικότητα. Δεν καλύπτει μόνο επιπτώσεις σε προστατευόμενους τόπου και σε επιλεγμένα είδη, αλλά και στη βιοποικιλότητα εν γένει και σε άλλες πτυχές όπως η ποιότητα του αέρα ή των υδάτων ή η πολιτιστική ή αρχαιολογική κληρονομιά. Τα βήματα μιας κατ’ επιλογή συνδυασμένης διαδικασίας ΣΠΕ για τα σχέδια που έχει αποφασιστεί ότι απαιτείται εκτίμηση σύμφωνα με την οδηγία για τους οικοτόπους μπορεί να είναι τα ακόλουθα. 9.22. Αφού το σχέδιο έχει αποφασιστεί ότι είναι ενδεχόμενο να έχει επιπτώσεις σε έναν τόπο βάσει της οδηγίας για τους οικοτόπους, υπό την προϋπόθεση ότι συμφωνεί με τις υπόλοιπες απαιτήσεις των άρθρων 2 και 3 της οδηγίας ΣΠΕ, εμπίπτει αυτομάτως στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας. 9.23. Πρέπει να εντοπίζονται, περιγράφονται και αξιολογούνται οι επιπτώσεις στο περιβάλλον του σχεδίου ή προγράμματος και οι λογικές εναλλακτικές δυνατότητες του σχεδίου ή προγράμματος σε μια περιβαλλοντική μελέτη. Οι επιπτώσεις σε προστατευόμενους τόπους και σε επιλεγμένα είδη σύμφωνα με την οδηγία για τους οικοτόπους αποτελούν μέρος της εν λόγω μελέτης. Μπορεί, ωστόσο, να είναι προτιμότερο να περιγραφούν σε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο καθώς τα πορίσματα για τις επιπτώσεις αυτές είναι δεσμευτικά για την απόφαση των αρμόδιων αρχών για το σχέδιο ή πρόγραμμα. 9.24. Σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας ΣΠΕ, πρέπει να πραγματοποιούνται διαβουλεύσεις με το κοινό και τις αρχές, οι οποίες είναι πιθανόν να ενδιαφέρονται για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από την εφαρμογή σχεδίων, θέτοντας στη διάθεσή τους το προκαταρκτικό σχέδιο ή πρόγραμμα και την περιβαλλοντική μελέτη. Στις διαβουλεύσεις μπορεί επίσης να περιλαμβάνονται και οι επιπτώσεις του σχεδίου ή προγράμματος στους τόπους και τα είδη, που τυγχάνουν ειδικής προστασία βάσει της οδηγίας για τους οικοτόπους. 9.25. Η έκθεση και τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πριν εγκριθεί το σχέδιο ή πρόγραμμα ή ξεκινήσει η νομοθετική διαδικασία. Εάν το σχέδιο ή πρόγραμμα βρεθεί ότι επηρεάζει δυσμενώς την ακεραιότητα του υπόψη τόπου, το σχέδιο ή πρόγραμμα μπορεί να εγκριθεί μόνο υπό περιοριστικούς όρους που περιγράφονται στο άρθρο 6 της οδηγίας για τους οικοτόπους. Για άλλες επιπτώσεις στο περιβάλλον, τους όρους υπό τους οποίους μπορεί να εγκριθεί το σχέδιο ή πρόγραμμα περιγράφει η σχετική εθνική νομοθεσία βάσει της οδηγίας για τους οικοτόπους.
Η ΣΧΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 92/43, ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2011/92 ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2001/42
(Πηγή: Η δέουσα εκτίμηση  επιπτώσεων έργων και σχεδίων στις περιοχές του δικτύου Νatura 2000, Γιώργος Μπάλιας, Δικηγόρος, Επίκ. Καθηγητής στο Τμήμα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο).
Διακριτές διαδικασίες
Το ζήτημα που τίθεται αφορά στη διαδικασία, την οποία θεσπίζει το άρθρο 6 παρ. 3 και 4 της οδηγίας 92/43. Τόσο από τη νομολογία του ΔΕΕ όσο και από τους ερμηνευτικούς οδηγούς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για μια ειδική διαδικασία εκτίμησης, διακριτή από τις διαδικασίες που προβλέπονται στις άλλες δύο οδηγίες. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ, η διαδικασία της οδηγίας ΕΠΕ, η διαδικασία της οδηγίας ΣΠΕ και εκείνη του άρθρου 6 παρ. 3 και 4 της οδηγίας 92/43 είναι διακριτές μεταξύ τους. Σχετικά, το Δικαστήριο εκτίμησε τα εξής: «Οι δύο οδηγίες (85/337 και 2001/42) περιέχουν διατάξεις σχετικές με τη διαδικασία διαβούλευσης χωρίς να δεσμεύουν τα κράτη μέλη ως προς την απόφαση, αφορούν δε μόνο ορισμένα σχέδια και προγράμματα. Αντιθέτως, το άρθρο 6 παρ. 3 ορίζει ότι άδεια μπορεί να δοθεί μόνον εφ΄ όσον οι αρμόδιες αρχές έχουν βεβαιωθεί ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου. Επομένως, οι εκτιμήσεις δυνάμει της οδηγίας 85/337 ή της οδηγίας 2001/42 δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τη διαδικασία του άρθρου 6 παρ. 3 και 4 της οδηγίας 92/43 για τους οικοτόπους»( *Βλ. Υπόθεση C-418/2004, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σκ. 231. Βλ., επίσης, Υπόθ. C-209/2004, Επιτροπή κατά Αυστρίας, Προτάσεις Γ. Εισαγγελέως J. Kokott της 27ης Οκτωβρίου 2005, σημ. 61 και 62 (όπου επισημαίνει ότι η οδηγία 85/337 περιλαμβάνει διαδικαστικές διατάξεις, με τις οποίες σκοπείται να λαμβάνονται καλύτερα υπ΄ όψιν οι σχετικές με την προστασία του περιβάλλοντος απαιτήσεις, ενώ αντίθετα, η οδηγία 92/43 εξαρτά την έγκριση σχεδίου από ουσιαστικές απαιτήσεις, τη συνδρομή των οποίων σκοπεί να διασφαλίσει η διαδικασία του άρθρου 6 παρ. 3 και 4).
Την ίδια προσέγγιση έχει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στον ερμηνευτικό οδηγό για τις υδατοκαλλιέργιες και το δίκτυο Natura 2000 επιχειρεί γενικότερες αναφορές σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 3 και 4. Υπογραμμίζει, αρχικά, ότι «υπάρχουν πολλές ομοιότητες μεταξύ των διαδικασιών που προβλέπονται για τη ΣΠΕ και την ΕΠΕ (οδηγίες 2001/42 και 85/337, αντίστοιχα) από τη μια πλευρά και της Δέουσας Εκτίμησης (οδηγία 92/43) από την άλλη. Αλλ΄ αυτό δεν σημαίνει ότι αποτελούν μία και την ίδια διαδικασία, καθ΄όσον υπάρχουν σημαντικές διαφορές. Έτσι, η Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση και η Εκτίμηση Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων δεν μπορούν να αντικαταστήσουν ή να υποκαταστήσουν τη Δέουσα Εκτίμηση, διότι καμία διαδικασία δεν επικαλύπτει η μια την άλλη, *βλ. σελ. 81 του οδηγού». Στη συνέχεια, αναφορικά με τον τρόπο υλοποίησης, η Επιτροπή τονίζει ότι «μπορούν φυσικά να υλοποιηθούν η μία δίπλα στην άλλη ή η Δέουσα Εκτίμηση μπορεί να αποτελέσει μέρος της αξιολόγησης ΣΠΕ/ΕΠΕ. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, η Δέουσα Εκτίμηση θα πρέπει να είναι σαφώς διακριτή και σαφώς εντοπισμένη στην Περιβαλλοντική Έκθεση της ΣΠΕ ή στην ΜΠΕ της ΕΠΕ ή μπορεί να υπάρχει ξεχωριστά, έτσι ώστε τα πορίσματά της να μπορούν να διαφοροποιηθούν από αυτά της γενικής ΣΠΕ ή ΕΠΕ». Η Επιτροπή, επίσης, εντοπίζει τις βασικές διαφορές μεταξύ της ΣΠΕ/ΕΠΕ και της οδηγίας 92/43 υπογραμμίζοντας ότι «αξιολογούν διαφορετικές όψεις του φυσικού περιβάλλοντος και έχουν διαφορετικά κριτήρια για να προσδιορίσουν τη "σημαντική" επίπτωση. Μία άλλη διαφορά είναι το εύρος των οδηγιών: Οι ΣΠΕ/ΕΠΕ εφαρμόζονται σε όλα τα σχέδια και έργα που εμπίπτουν στο κανονιστικό τους πεδίο ανεξάρτητα από το πού προτείνεται να τοποθετηθούν στην επικράτεια της ΕΕ. Η Δέουσα Εκτίμηση της οδηγίας 92/43, από την άλλη πλευρά, εφαρμόζεται μόνο σε εκείνα τα σχέδια και έργα που μπορούν να έχουν επιπτώσεις σε μια περιοχή του δικτύου Natura 2000». Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει μια σημαντική διαφορά μεταξύ των ως άνω οδηγιών σε ό,τι αφορά στα αποτελέσματα της εκτίμησης των επιπτώσεων. Τονίζει, συγκεκριμένα, ότι «οι εκτιμήσεις της ΣΠΕ/ΕΠΕ είναι καθαρά διαδικαστικές και δεν επιβάλλουν υποχρεωτικά περιβαλλοντικά πρότυπα. Η εκτίμηση της οδηγίας 92/43 από την άλλη πλευρά, επιβάλλει υποχρεώσεις ουσίας. Με άλλες λέξεις, εάν η Δέουσα Εκτίμηση προσδιορίσει ότι το σχέδιο ή το έργο θα επηρεάσει αρνητικά την ακεραιότητα ενός τόπου Natura 2000, η αρμόδια αρχή δεν μπορεί να συμφωνήσει στο σχέδιο ή στο έργο εκτός και αν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, επικαλεστεί τις ειδικές διαδικασίες για τα σχέδια που θεωρούνται ότι είναι υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος. Αυτή η πρόβλεψη της οδηγίας 92/43 βρίσκεται στον αντίποδα των οδηγιών ΣΠΕ/ΕΠΕ, οι οποίες έχουν σαν στόχο να καταστήσουν τις αρμόδιες αρχές πλήρως ενήμερες για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των προτεινομένων σχεδίων ή έργων, έτσι ώστε να τις λαμβάνουν υπ΄ όψιν στην τελική τους απόφαση».
Είναι λοιπόν σαφές ότι η δομή του άρθρου 6 παρ. 3 και 4 έχει ειδικά χαρακτηριστικά, που το διαφοροποιούν και το διακρίνουν από τις ρυθμίσεις των δύο άλλων οδηγιών (*Βλ. C.P. Rodgers, The Law of Nature Conservation, Oxford, Oxford University Press, 2013, σ. 223).
Όπως τόνισε το ΔΕΕ «οι διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 και 4 της οδηγίας για τους οικοτόπους επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να τηρούν μια σειρά ειδικών υποχρεώσεων και διαδικασιών, με σκοπό … τη διασφάλιση της διατήρησης ή ενδεχομένως της αποκατάστασης σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης των φυσικών οικοτόπων και ιδιαίτερα των ειδικών ζωνών διατήρησης» (*Υπόθ. C-258/2011, Sweetman, σκ. 36.39). Στην οδηγία 2014/52 προβλέπεται ότι «στην περίπτωση έργων, για τα οποία προκύπτει ταυτόχρονα υποχρέωση διενέργειας εκτιμήσεων των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον από την παρούσα οδηγία και από την οδηγία 92/43 … και/ή από την οδηγία 2009/147 … όπου ενδείκνυται, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τις δέουσες συντονισμένες και/ή κοινές διαδικασίες για την εκπλήρωση των απαιτήσεων της εν λόγω ενωσιακής νομοθεσίας» (Οδηγία 2014/52 άρθ. 2 παρ. 3 πρώτο εδάφιο). Ο στόχος της ρύθμισης είναι «να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των εκτιμήσεων, να μειωθεί η διοικητική πολυπλοκότητα και να αυξηθεί η οικονομική απόδοση»( Οδηγία 2014/52 Προοίμιο, αιτιολ. σκ. αριθ. 37).
Με την ως άνω διάταξη παρέχονται στα κράτη μέλη δύο δυνατότητες. Είτε να υιοθετήσουν τις δέουσες συντονισμένες διαδικασίες, είτε να υιοθετήσουν τις δέουσες κοινές διαδικασίες, ανάλογα με την περίπτωση (*Στο αγγλικό κείμενο η φράση είναι “coordinated and/or joint procedures” και στο γαλλικό “procedures coordonees et/ou communes”). Στη μεν συντονισμένη διαδικασία «τα κράτη μέλη προσπαθούν να συντονίσουν τις διάφορες μεμονωμένες εκτιμήσεις περιβαλλοντικών επιπτώσεων που απαιτούνται βάσει της σχετικής ενωσιακής νομοθεσίας …», στη δε κοινή διαδικασία «τα κράτη μέλη προσπαθούν να υποβάλουν ενιαία εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που απαιτούνται βάσει της σχετικής ενωσιακής νομοθεσίας …» (*Οδηγία 2014/52 άρθ. 2 παρ. 3 δεύτερο εδάφιο και τρίτο εδάφιο, αντίστοιχα). Αξίζει να τονιστεί ότι η εν λόγω διάταξη δεν αποτελεί νέα ρύθμιση καθ΄ όσον επαναλαμβάνει σχετική ρύθμιση της οδηγίας ΣΠΕ (Οδηγία 2001/42 άρθ. 11 παρ. 2.4)
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι σε κάθε περίπτωση πρέπει να εκπληρώνονται οι απαιτήσεις των εν λόγω οδηγιών, δηλαδή να διασφαλίζονται οι ειδικές προβλέψεις τους (*Οδηγία 2014/52 Προοίμιο, αιτιολ. σκ. αριθ. 37). Συναφώς, στη συντονισμένη διαδικασία οι εκτιμήσεις που απαιτούνται από τις ως άνω οδηγίες συνεχίζουν να είναι μεμονωμένες και στόχος είναι ο συντονισμός τους. Στην κοινή διαδικασία στόχος είναι να υποβάλλεται ενιαία εκτίμηση (*Στο αγγλικό κείμενο ο αντίστοιχος όρος είναι "single assessment" και στο γαλλικό κείμενο "evaluation unique"). Επομένως, εν προκειμένω ενιαία είναι μόνο η εκτίμηση των επιπτώσεων και όχι η διαδικασία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε κράτη μέλη υπάρχουν ήδη στον ένα ή στον άλλο βαθμό είτε συντονισμένες διαδικασίες (π.χ. Ηνωμένο Βασίλειο, βλ. δημοσίευση αναφοράς) είτε κοινές διαδικασίες (π.χ. Γαλλία, βλ. δημοσίευση αναφοράς).
Σωρευτική εφαρμογή των οδηγιών
Σχετικά με τη σωρευτική εφαρμογή της οδηγίας 2011/92 και της οδηγίας 92/43 από τα κράτη μέλη, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι δεν έχουν αναφερθεί σοβαρά προβλήματα, τονίζοντας παράλληλα ότι οι απαιτήσεις του άρθρου 6 παρ. 3 και 4 της οδηγίας 92/43 δεν συνεκτιμώνται καταλλήλως στο πλαίσιο των διαδικασιών ΕΠΕ (*Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Έκθεση της Επιτροπής για την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα της οδηγίας ΕΠΕ, COM (2009) 378, παρ. 3.5.3). Περισσότερα προβλήματα υπήρξαν σχετικά με τη σωρευτική εφαρμογή της οδηγίας 92/43 και της οδηγίας 2001/42, τα οποία εντοπίστηκαν έγκαιρα τόσο από την Επιτροπή όσο και από το ΔΕΕ. Ειδικότερα, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι «η οδηγία ΣΠΕ και η οδηγία 92/43 εφαρμόζονται σωρευτικά για όλα τα σχέδια και προγράμματα, τα οποία έχουν επιπτώσεις σε προστατευόμενους τόπους σύμφωνα με τα άρθ. 6 και 7 της οδηγίας για τους οικοτόπους και μπορεί να διεξαχθεί μια συντονισμένη διαδικασία, εφ΄ όσον ικανοποιεί τις απαιτήσεις της οδηγίας ΣΠΕ και της οδηγίας για τους οικοτόπους» (*βλ. οδηγό της Ε.Ε. για την εφαρμογή της οδηγίας 2001/42, παρ. 9.19). Περαιτέρω, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η εκτίμηση των επιπτώσεων σε προστατευόμενους τόπους πρέπει να είναι μέρος (κατά προτίμηση ένα ξεχωριστό κεφάλαιο) της Περιβαλλοντικής Έκθεσης του άρθρου 5 της οδηγίας 2001/42 και ότι το σχέδιο ή το πρόγραμμα, που θα έχει επιπτώσεις στην ακεραιότητα του τόπου, θα εγκριθεί μόνο υπό τους όρους του άρθρου 6 της οδηγίας 92/43 (*βλ. οδηγό της Ε.Ε. για την εφαρμογή της οδηγίας 2001/42, παρ. 9.23-9.27). Επίσης, σε ένα πρόσφατο ερμηνευτικό οδηγό, η Επιτροπή επισημαίνει ότι σε περίπτωση που ενδέχεται να επηρεάζονται περιοχές του δικτύου Natura 2000 από το σχέδιο ή το πρόγραμμα, που υπάγεται στη διαδικασία της οδηγίας 2001/42, τότε πρέπει να λαμβάνονται υπ΄ όψιν οι απαιτήσεις του άρθρου 6 παρ. 3 της οδηγίας 92/4352. (*EC, Guidance on Integrating Climate Change and Biodiversity into Strategic Environmental Assessment, 2013, βλ. σ. 35).
Όπως ήδη αναφέρθηκε, το ΔΕΕ αποσαφήνισε το ζήτημα των διακριτών διαδικασιών που προβλέπονται στις οδηγίες 2001/42 και 92/4353 . Ομοίως, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι οι ως άνω διακριτές διαδικασίες εφαρμόζονται σωρευτικά. Συγκεκριμένα, αντικρούοντας τον ισχυρισμό του Ηνωμένου Βασιλείου ότι τα «σχέδια χρήσεως γης» δεν επιτρέπουν, αυτά καθ΄αυτά, την υλοποίηση συγκεκριμένου προγράμματος και ότι, συνεπώς, μόνον η μεταγενέστερη άδεια μπορεί να βλάψει τους προστατευομένους τόπους,: «Μη υποβάλλοντας τα σχέδια χρήσεως γης σε Δέουσα Εκτίμηση των επιπτώσεών τους επί των Ειδικών Ζωνών Διατήρησης, το άρθρο 6 παρ. 3 και 4 της οδηγίας περί οικοτόπων δεν αποτέλεσε αντικείμενο σαφούς και ακριβούς μεταφοράς στο δίκαιο του ΗΒ» (*Υπόθ. C-6/2004, Επιτροπή κατά ΗΒ, σκ. 56. Μετά από την απόφαση του Δικαστηρίου, το ΗΒ τροποποίησε τη σχετική εθνική νομοθεσία. Η  αρμόδια αρχή για την εφαρμογή της οδηγίας (*Infrastructure Planning Commission, βλ. οδηγό IPC, Habitat Regulations Assessment, April 2011, σελ. 9.  Στην Ελλάδα, η νομολογία του ΣτΕ είναι σε αντίθεση με τη νομολογία του ΔΕΕ και τις κατευθύνσεις της Επιτροπής, βλ. ΣτΕ 4013/2013, σκ. 11. Όμοια η ΣτΕ 4784/2013, σκ. 15 « ... Από όσα εκτίθενται στις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο Ειδικό Πλαίσιο στηρίζεται σε εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των στοιχείων και κριτηρίων που αντιστοιχούν σε αυτό το επίπεδο σχεδιασμού, ο οποίος, όπως εκτέθηκε, περιέχει κυρίως κατευθύνσεις, δεν απαιτείται δε η προβλεπόμενη στο άρθρο 6 παρ. 3 της οδηγίας 92/43 εκτίμηση, η οποία πρέπει να συνδέεται με συγκεκριμένο τόπο και έργο, και η οποία είναι αναγκαία σε επόμενο στάδιο σχεδιασμού και στη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης, όπως άλλωστε προβλέπει το άρθρο 5 του προσβαλλόμενου Ειδικού Πλαισίου. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος .». Τέλος, να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι η εξέταση αναφορικά με το κατά πόσον ένα σχέδιο υπάγεται σε ΣΠΕ σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 στοιχ. β) της οδηγίας 2001/42 «αναγκαστικά περιορίζεται στο ζήτημα, αν δύναται να αποκλειστεί, βάσει αντικειμενικών στοιχείων, ότι το εν λόγω σχέδιο θα επηρεάσει σημαντικά τον περί ου πρόκειται τόπο» (Υπόθεση C-177/11).

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ LIFE+ KAI ΕΡΓΟΛΑΒΙΕΣ ΑΙΟΛΙΚΩΝ

ΟΙ ΑΝΕΜΟΓΕΝΝΗΤΡΙΕΣ, Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟ DTBIRD