Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΕΕ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ C-323/17 ΚΑΙ Η ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ κ. SWEETMAN. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: ΜΗΝ ΤΟ ΒΑΖΕΤΕ ΠΟΤΕ ΚΑΤΩ - Η ΑΛΛΟΙΩΣΗ ΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ SDF ΤΗΣ ΖΕΠ ΟΧΗΣ - ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΔΕΕ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 6.3


ΑΝΑΛΥΣΗ, ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΟΥ 6.3 ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΥΣΙΚΟΥΣ ΟΙΚΟΤΟΠΟΥΣ (92/43/ΕΟΚ)


Τα πουλιά και οι οικότοποι τους
 Πως προστατεύονται από το σύστημα αξιολόγησης κινδύνων της Οδηγίας "Φύση 2000"
 
Το άρθρο 4 της οδηγίας 2009/147/ΕΚ (πρώην 79/409/ΕΟΚ) προβλέπει ειδικό και ενισχυμένο σύστημα, τόσο για τα είδη του παραρτήματος Ι της οδηγίας αυτής όσο και για τα αποδημητικά είδη που δεν μνημονεύονται στο εν λόγω παράρτημα, το οποίο δικαιολογείται από το γεγονός ότι αποτελούν, αντιστοίχως, τα είδη που αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη απειλή και τα είδη που αποτελούν κοινή κληρονομιά της Κοινότητας. Από την ένατη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας συνάγεται επίσης ότι η διαφύλαξη, η διατήρηση ή η αποκατάσταση μιας επαρκούς ποικιλίας και εκτάσεως οικοτόπων είναι απαραίτητες για τη διατήρηση όλων των ειδών πτηνών. Επομένως, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για τη διατήρηση των εν λόγω ειδών. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας περί πτηνών προβλέπει ότι «για τα είδη που αναφέρονται στο παράρτημα 1 προβλέπονται μέτρα ειδικής διατήρησης, που αφορούν τον οικότοπό τους, για να εξασφαλισθεί η επιβίωση και η αναπαραγωγή των ειδών αυτών στη ζώνη εξαπλώσεώς τους». Το εν λόγω άρθρο επιβάλλει στα κράτη μέλη να κατατάσσουν ως ΖΕΠ τα εδάφη τα πιο κατάλληλα, σε αριθμό και επιφάνεια, για τη διατήρηση των ειδών αυτών. Το Άρθρο 7 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ προβλέπει ότι οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από τις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 6 της οδηγίας αντικαθιστούν τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την πρώτη πρόταση της παραγράφου 4 του άρθρου 4 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ [*«Τα κράτη μέλη υιοθετούν κατάλληλα μέτρα για να αποφεύγουν, στις ζώνες προστασίας που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2, τη ρύπανση ή την υποβάθμιση των οικοτόπων, καθώς και τις επιζήμιες για τα πτηνά διαταράξεις, όταν αυτές έχουν σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους αντικειμενικούς στόχους του παρόντος άρθρου.»], όσον αφορά τις ζώνες που χαρακτηρίστηκαν δυνάμει της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ή αναγνωρίστηκαν με ανάλογο τρόπο δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 4 της εν λόγω οδηγίας, τούτο δε από την ημερομηνία θέσης σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας ή από την ημερομηνία της ταξινόμησης ή της αναγνώρισης εκ μέρους ενός κράτους μέλους δυνάμει της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ, εφόσον αυτή είναι μεταγενέστερη. Το άρθρο 6 παρ. 2-4 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ έχει ως εξής: 1... 2. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε στις ειδικές ζώνες διατήρησης να αποφεύγεται η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών, καθώς και οι ενοχλήσεις που έχουν επιπτώσεις στα είδη για τα οποία οι ζώνες έχουν ορισθεί, εφόσον οι ενοχλήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις σημαντικές όσον αφορά τους στόχους της παρούσας οδηγίας. 3. Κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στον τόπο και εξαιρουμένης της περίπτωσης των διατάξεων της παραγράφου 4, οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν για το οικείο σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η δημόσια γνώμη. 4. Εάν, παρά τα αρνητικά συμπεράσματα της εκτίμησης των επιπτώσεων και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, ένα σχέδιο πρέπει να πραγματοποιηθεί για άλλους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000. Το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα αντισταθμιστικά μέτρα που έλαβε. Όταν ο τόπος περί του οποίου πρόκειται είναι τόπος όπου ευρίσκονται ένας τύπος φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας ή/και ένα είδος προτεραιότητας, είναι δυνατόν να προβληθούν μόνον επιχειρήματα σχετικά με την υγεία ανθρώπων και τη δημόσια ασφάλεια ή σχετικά με θετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον, ή, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής, άλλοι επιτακτικοί σημαντικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος.  
Επομένως  οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να τηρούν μια σειρά ειδικών υποχρεώσεων και διαδικασιών, με σκοπό τη διασφάλιση, όπως προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, της διατήρησης, ή ενδεχομένως της αποκατάστασης σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, των φυσικών οικοτόπων και ιδιαίτερα των ειδικών ζωνών διατήρησης. Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους προβλέπει μια διαδικασία εκτίμησης που αποσκοπεί στο να εξασφαλίζεται ότι, χάρη στη διεξαγωγή προληπτικού ελέγχου, ένα σχέδιο μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του οικείου τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάσει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, θα εγκρίνεται μόνον εφόσον δεν θα παραβλάπτει την ακεραιότητα του τόπου αυτού.

Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας για του φυσικούς οικοτόπους, η οδηγία σκοπό έχει να συμβάλει στην προστασία της βιολογικής ποικιλομορφίας, μέσω της διατήρησης των φυσικών οικοτόπων και της άγριας χλωρίδας και πανίδας σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στη συνέχεια, στο άρθρο 2, παράγραφος 2, προβλέπεται ότι τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται σύμφωνα με την οδηγία αυτή αποσκοπούν στη διασφάλιση της διατήρησης ή της αποκατάστασης, σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, των φυσικών οικοτόπων και των άγριων ειδών χλωρίδας και πανίδας «κοινοτικού ενδιαφέροντος». Η έννοια «διατήρηση» ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, ως «ένα σύνολο μέτρων που απαιτούνται για να διατηρηθούν ή αποκατασταθούν οι φυσικοί οικότοποι […] σε ικανοποιητική κατάσταση». Κατά το άρθρο 1, στοιχείο ε΄, η κατάσταση της διατήρησης ενός φυσικού οικοτόπου θεωρείται «ικανοποιητική», όταν, μεταξύ άλλων, η περιοχή της φυσικής κατανομής του και οι εκτάσεις που περιέχει μένουν σταθερές ή αυξάνονται και η δομή και οι ειδικές λειτουργίες που απαιτούνται για τη μακροπρόθεσμη συντήρησή του υφίστανται και είναι δυνατόν να συνεχίσουν να υφίστανται κατά το προβλεπτό μέλλον. Προς τούτο, το άρθρο 3, παράγραφος 1, ορίζει ότι πρέπει να δημιουργηθεί ένα συνεκτικό ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο ειδικών ζωνών διατήρησης, επονομαζόμενο «Natura 2000». Σκοπός του δικτύου αυτού είναι να διασφαλίσει, μεταξύ άλλων, τη διατήρηση ή, ενδεχομένως, την αποκατάσταση σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης των τύπων φυσικών οικοτόπων στην περιοχή της φυσικής κατανομής τους. Επομένως, η διατήρηση ή, ενδεχομένως, η αποκατάσταση των φυσικών οικοτόπων σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης αποτελεί βασικό σκοπό της οδηγίας. Η επιδίωξη του σκοπού αυτού είναι αναγκαία, καθόσον –όπως υπενθυμίζεται με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας– οι οικότοποι αυτοί υποβαθμίζονται συνεχώς και είναι απαραίτητο να ληφθούν μέτρα για τη διατήρησή τους. Στο προοίμιο της οδηγίας αναφέρεται ότι: «..σε κάθε χαρακτηρισμένη ζώνη, θα πρέπει να εφαρμόζονται τα αναγκαία μέτρα σε σχέση με τους στόχους διατήρησης που έχουν οριστεί». Υπό τη γενικότερη έννοιά του, ο στόχος διατήρησης είναι ο καθορισμός του συνολικού στόχου για τα είδη και/ή για τους τύπους οικοτόπων, για τα οποία έχει οριστεί ένας τόπος που θα συνεισφέρει στη διατήρηση ή στην επίτευξη ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης των σχετικών οικοτόπων και ειδών, σε εθνικό, βιογεωγραφικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο. Λαμβανομένου υπόψη του ότι κάθε τόπος συμβάλλει στην επίτευξη ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης (ΙΚΔ) ο στόχος αυτός μπορεί να καθοριστεί και επιτευχθεί μόνο στο επίπεδο της φυσικής κατανομής του είδους ή ενός τύπου οικοτόπου. Ένας ευρύς στόχος διατήρησης που αποσκοπεί σε ΙΚΔ μπορεί, επομένως, να ληφθεί υπόψη μόνο στο κατάλληλο επίπεδο, όπως, για παράδειγμα, το εθνικό, το βιογεωγραφικό ή το ευρωπαϊκό επίπεδο. Ωστόσο, ο γενικός στόχος της επίτευξης ΙΚΔ για όλα τα είδη και τους τύπους οικοτόπων που παρατίθενται στα παραρτήματα I και II της οδηγίας για τους οικοτόπους πρέπει να μεταφραστεί σε στόχους διατήρησης σε επίπεδο ενός συγκεκριμένου τόπου που καθορίζουν την προϋπόθεση προς επίτευξη από τα είδη και τους τύπους οικοτόπων εντός των αντίστοιχων τόπων, ώστε να μεγιστοποιηθεί η συμβολή των τόπων στην επίτευξη ΙΚΔ, σε εθνικό, βιογεωγραφικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο. Ως εκ τούτου, ο προσδιορισμός της συμβολής, την οποία μπορεί να έχει ένας συγκεκριμένος τόπος στο να επιτύχουν τα κράτη μέλη ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης για τους οικοτόπους και τα είδη που υπάρχουν στο συγκεκριμένο τόπο, παρέχει τη βάση για τον καθορισμό των στόχων διατήρησης σε επίπεδο ενός συγκεκριμένου τόπου. Κατά την έγκριση στόχων διατήρησης για ένα συγκεκριμένο τόπο Natura 2000 τα κράτη μέλη καθορίζουν προτεραιότητες υπό το πρίσμα της σημασίας του αντίστοιχου τόπου για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης των τύπων οικοτόπων και των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος που υπάρχουν στον τόπο καθώς και για τη συνοχή του Natura 2000, σε συνάρτηση με τις απειλές υποβάθμισης ή καταστροφής στις οποίες υπόκειται ο εν λόγω τόπος.

Η ΖΕΠ ΟΧΗΣ
Η εξαφάνιση του κινδύνου για την ακεραιότητα της περιοχής από τα αιολικά στο Τυποποιημένο Έντυπο Δεδομένων της περιοχής

Με την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2007 στην υπόθεση C-334/04, κρίθηκε από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ότι η Ελληνική Δημοκρατία είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4 παράγραφος 1 και 2 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ, κατατάσσοντας σε Ζ.Ε.Π. εδάφη των οποίων ο αριθμός και η συνολική επιφάνεια υπολείπονται σαφώς του αριθμού και της συνολικής επιφανείας των εδαφών που πληρούν τις προϋποθέσεις κατάταξης. Προκειμένου να υπάρξει συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ περί της διατήρησης των αγρίων πτηνών, το Ελληνικό Υπουργείο Περιβάλλοντος, προγραμμάτισε την υλοποίηση της μελέτης: «Πρόγραμμα επαναξιολόγησης 69 Σημαντικών Περιοχών για τα Πουλιά για τον χαρακτηρισμό τους ως Ζωνών Ειδικής Προστασίας της ορνιθοπανίδας. Σύνταξη σχεδίων δράσης για την προστασία των ειδών προτεραιότητας», με αντικείμενο την ορνιθολογική αξιολόγηση και την οριοθέτηση των πλέον προβληματικών από τις ελληνικές περιοχές του καταλόγου του ΙΒΑ 2000. Βάσει της ανωτέρω μελέτης η περιοχή με τον κωδικό GR 2420012 «Όρος Όχη, παράκτια ζώνη και νησίδες» υπήχθη στο σύστημα υποχρεώσεων της οδηγίας 2009/147/ΕΚ (και ως εκ τούτου στις νομικές δεσμεύσεις του άρθρου 6 παρ. 2 - 4 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ), από 1η Mαρτίου 2010.

Κατά πάγια νομολογία του  Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ΔΕΕ, περιοχές που δεν έχουν χαρακτηρισθεί ως ΖΕΠ, ενώ θα έπρεπε, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του πρώτου εδαφίου του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας περί προστασίας των πτηνών. Κατά τη διάταξη αυτή, τα κράτη μέλη πρέπει να υιοθετούν κατάλληλα μέτρα για να αποφεύγουν, στις ΖΕΠ, τη ρύπανση ή την υποβάθμιση των οικοτόπων, καθώς και τις επιζήμιες για τα πτηνά διαταράξεις, όταν αυτές έχουν σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους αντικειμενικούς στόχους του εν λόγω άρθρου. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι κατάλογοι IBA , «παρ’ όλον ότι δεν είναι δεσμευτικοί από νομική άποψη για τα οικεία κράτη μέλη, μπορεί λόγω της αναγνωρισμένης επιστημονικής αξίας τους, να χρησιμοποιηθούν από τα Δικαστήρια ως βάση αναφοράς για να εκτιμηθεί σε ποιο βαθμό τα κράτη μέλη τηρούν τις υποχρεώσεις τους περί κατατάξεως των ΖΕΠ». 

Εν προκειμένω η περιοχή της Οχης είχε καταγραφεί στον πρώτο κατάλογο (Ιmportant Βird Αreas) Σημαντικών Περιοχών για τα Πουλιά της Ευρώπης (Grimmet & Jones, 1989), βλ. σχετική βιβλιογραφία για την ορνιθολογική αξία της περιοχής Οχη, αλλά και είχε υποστεί αρκετές καταστροφές από αναπτυξιακές δραστηριότητες [*Ενδεικτικά βλ. «Πρόγραμμα επαναξιολόγησης 69 Σημαντικών Περιοχών για τα Πουλιά για τον χαρακτηρισμό τους ως Ζωνών Ειδικής Προστασίας της ορνιθοπανίδας. Σύνταξη σχεδίων δράσης για την προστασία των ειδών προτεραιότητας», παραδοτέο: GR2420012 Όρος Όχη, παράκτια ζώνη και νησίδες ορνιθολογικήέκθεση. Βλ. και Σχέδιο Δράσης.]. Στην αναφορά της ΕΟΕ του έτους 2000 για την ΙΒΑ GR113 ο σχεδιασμός χωροθέτησης πλήθους αιολικών μέσα στη περιοχή είχε συμπεριληφθεί στις απειλές για τα είδη χαρακτηρισμού της, βλ. και http://datazone.birdlife.org/site/factsheet/1051.
Βλέπε και NATURA 2000 - STANDARD DATA FORM έτους 2011

Το πεδίο 4.3 του SDF συμπληρωνόταν με στοιχεία που δεν είχαν καλυφθεί επαρκώς από τα κωδικοποιημένα δεδομένα του τμήματος 6.1. Με την εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής της 11ης Ιουλίου 2011 όσον αφορούσε στο έντυπο παροχής πληροφοριών για τους τόπους του δικτύου Natura 2000 (2011/484/EE), τροποποιήθηκε η μορφή των Τυποποιημένου Εντύπου Δεδομένων (ΤΕΔ) για τις Ζώνες Ειδικής Προστασίας της άγριας ορνιθοπανίδας και των Ειδικών Ζωνών Διατήρησης της Οδηγίας για τους οικοτόπους. Δείτε παρακαλώ διαφωτιστικές παραπομπές, από την απόφαση:«Κλειδί για την επιτυχία του Natura 2000 είναι το επίπεδο των πληροφοριών για τους οικοτόπους και τα είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος. Ως εκ τούτου, τα δεδομένα και οι πληροφορίες είναι απαραίτητο να παρουσιάζονται σε ένα δομημένο και συγκρίσιμο έντυπο. Η νομική βάση για την παροχή των δεδομένων με σκοπό την υλοποίηση της παρούσας φάσης του Natura 2000 περιγράφεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 της οδηγίας για τους οικοτόπους, το οποίο ορίζει ότι «οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν έναν χάρτη του τόπου, την ονομασία του, τη θέση του, την έκτασή του, καθώς και τα δεδομένα που προκύπτουν από την εφαρμογή των κριτηρίων του παραρτήματος III (στάδιο 1) και παρέχονται βάσει ενός εντύπου που καταρτίζει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 2. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 της οδηγίας για τα πτηνά, ζητείται από τα κράτη μέλη «να διαβιβάζουν στην Επιτροπή όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για να μπορεί αυτή να παίρνει τις κατάλληλες πρωτοβουλίες για τον αναγκαίο συντονισμό ώστε οι αναφερόμενες στις παραγράφους 1, αφενός, και 2, αφετέρου, του παρόντος άρθρου ζώνες να αποτελούν συνεκτικό δίκτυο που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προστασίας των ειδών στη γεωγραφική θαλάσσια και χερσαία ζώνη στην οποία εφαρμόζεται η παρούσα οδηγία ... Οι κυριότεροι στόχοι του τυποποιημένου εντύπου δεδομένων του Natura 2000 και της βάσης δεδομένων είναι οι εξής: 1. Η παροχή στην Επιτροπή των αναγκαίων πληροφοριών που θα της επιτρέπουν, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, να συντονίζει τα μέτρα για τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός συνεκτικού δικτύου Natura 2000 και να αξιολογεί τη συνεισφορά του στη διατήρηση των οικοτόπων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I και των οικοτόπων των ειδών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα II της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, καθώς και των οικοτόπων των ειδών πτηνών που αναφέρονται στο παράρτημα I και άλλων ειδών αποδημητικών πτηνών που καλύπτονται από την οδηγία 2009/147/ΕΚ· 2. Η επικαιροποίηση των καταλόγων της Ένωσης για τους ΤΚΣ και τις ΕΖΔ σύμφωνα με την οδηγία για τους οικοτόπους· 3. Η παροχή των πληροφοριών που θα βοηθήσουν την Επιτροπή στην άσκηση άλλων αρμοδιοτήτων της όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι το δίκτυο Natura 2000 λαμβάνεται πλήρως υπόψη στους άλλους τομείς και κλάδους πολιτικής των δραστηριοτήτων της Επιτροπής, ιδίως δε στην περιφερειακή και γεωργική πολιτική και στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών και του τουρισμού· 4. Η υποβοήθηση της Επιτροπής και των αρμόδιων επιτροπών στην επιλογή των μέτρων χρηματοδότησης στο πλαίσιο του LIFE + και άλλων χρηματοδοτικών μέσων, όταν τα σχετικά με τη διατήρηση των τόπων δεδομένα μπορούν να διευκολύνουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων· 5. Η παροχή ενός συνεκτικού και χρήσιμου εντύπου για την ανταλλαγή και διαβίβαση πληροφοριών σχετικά με τους τόπους του δικτύου Natura 2000, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού INSPIRE και άλλες νομοθετικές πράξεις της Επιτροπής και συμφωνίες όσον αφορά την πρόσβαση στις πληροφορίες (π.χ. σύμβαση του Aarhus)· 6. Η χρήση στην έρευνα, τον σχεδιασμό και για άλλους σκοπούς, προς όφελος της σχετικής με τη διατήρηση πολιτικής· 7. Η παροχή αξιόπιστων πηγών αναφοράς και πληροφοριών για την αξιολόγηση συγκεκριμένων προβλημάτων στην περίπτωση ενδεχόμενων παραβιάσεων της νομοθεσίας της Ένωσης. Τα ΤΕΔ, καθώς αποτελούν την τεκμηρίωση του δικτύου Natura 2000 σε επίπεδο Ένωσης, θεωρούνται σημαντική πηγή πληροφοριών για όλους αυτούς τους σκοπούς. Η εν λόγω τεκμηρίωση θα πρέπει επομένως να επικαιροποιείται δεόντως προκειμένου να εκπληρώνει επιτυχώς τους διάφορους σκοπούς της. Κατόπιν τούτου, συνιστάται ανεπιφύλακτα η τακτική επικαιροποίησή της από τα κράτη μέλη βάσει των βέλτιστων διαθέσιμων πληροφοριών. Για παράδειγμα, τα αποτελέσματα της παρακολούθησης σύμφωνα με το άρθρο 11, ο σχεδιασμός της διαχείρισης, οι εκτιμήσεις επιπτώσεων κ.λπ. θα μπορούσαν να αποτελέσουν πηγή νέων πληροφοριών οι οποίες θα πρέπει να αντανακλώνται στα επικαιροποιημένα ΤΕΔ. Ωστόσο, η οδηγία για τους οικοτόπους δεν απαιτεί ρητά λεπτομερή παρακολούθηση κάθε τόπου, η οποία να διαφοροποιείται από την παρακολούθηση που προβλέπεται στο άρθρο 11 αυτής. Ενώ μερικές αλλαγές που επιφέρουν τα κράτη μέλη στο ΤΕΔ ενδέχεται να έχουν νομικές επιπτώσεις (π.χ. αλλαγές που πραγματοποιούνται στους καταλόγους της Ένωσης με απόφαση της Επιτροπής), οι αναθεωρημένες καταχωρίσεις στα ΤΕΔ δεν θεωρείται ότι έχουν αυτομάτως νομικές επιπτώσεις: για παράδειγμα, η εξαφάνιση ενός είδους από έναν τόπο δεν θα έπρεπε απαραιτήτως να ερμηνευτεί ως το αποτέλεσμα ανεπαρκούς διαχείρισης και συνεπώς να ενεργοποιήσει αυτομάτως νομικές ενέργειες. Εξάλλου, ούτε οι πληροφορίες που παρέχονται σε ένα ΤΕΔ όσον αφορά απειλές και πιέσεις με αρνητικές επιπτώσεις σε έναν τόπο σημαίνουν απαραιτήτως ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, καθώς όλες αυτές οι πληροφορίες πρέπει να εξετάζονται εντός συγκεκριμένου πλαισίου.»

Το πεδίο 4 του ΤΕΔ αφορά στην περιγραφή του τόπου και το πεδίο 4.3.
στις «απειλές, πιέσεις και δραστηριότητες με επιπτώσεις στον τόπο»

«Οι επιπτώσεις σχετίζονται με όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες και φυσικές διεργασίες που ενδέχεται να επηρεάζουν, είτε θετικά είτε αρνητικά, τη διατήρηση και διαχείριση του τόπου. Αναγνωρίζεται ότι μια επίπτωση μπορεί να είναι αρνητική για έναν οικότοπο ή ένα είδος του τόπου και θετική για έναν άλλο. Ωστόσο, σκοπός του πεδίου αυτού είναι η συλλογή πληροφοριών σχετικά με τις πιο σημαντικές απειλές, πιέσεις και δραστηριότητες για τον τόπο γενικά και όχι μια αναλυτική αναφορά όλων των στοιχείων. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη απειλές, πιέσεις και δραστηριότητες στον περιβάλλοντα χώρο του τόπου, εφόσον αυτές επηρεάζουν την ακεραιότητά του. Αυτό εξαρτάται μεταξύ άλλων από παράγοντες, όπως η τοπογραφία, το μέγεθος και η φύση του τόπου, καθώς και το είδος των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Οι πληροφορίες πρέπει να αντικατοπτρίζουν την πιο πρόσφατη κατάσταση. Εξυπακούεται ότι απειλές, πιέσεις και δραστηριότητες με αρνητικές επιπτώσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη λήψη μέτρων διαχείρισης. Επομένως, οι σχετικές πληροφορίες πρέπει να ερμηνεύονται και να κατανοούνται σε συνδυασμό, για παράδειγμα, με τα σχέδια διαχείρισης του τόπου. Ο κατάλογος των απειλών, πιέσεων και δραστηριοτήτων με τους κωδικούς διατίθεται στη διαδικτυακή πύλη αναφοράς» (EIONET Reference Portal for Natura 2000[*http://bd.eionet.europa.eu/activities/Natura_2000/reference_portal βλ. 1212) Threats, Pressures, Activities (SDF field: 4.3)) Threats, Pressures, Activities (SDF field: 4.3)], βλ. και World Conservation Union–Conservation Measures Partnership (IUCN-CMP) classification of direct threats to biodiversity (version 1.1) / Ταξινόμηση κατά Σalafsky κ.ά.[*http://cmp-openstandards.org/using-os/tools/threats-taxonomy/ Download: PDF of Conservation Biology Article ]). Η ταξινόμηση συντίθεται από 3 επίπεδα των άμεσων απειλών, βλ. ειδικότερα, επί του θέματος ενδιαφέροντος, απόσπασμα κάτω:

Σκοπός του πεδίου 4.3. «απειλές, πιέσεις και δραστηριότητες με επιπτώσεις στον τόπο», των SDF (Standart Data Form - ΤΕΔ στα ελληνικά), είναι η συλλογή πληροφοριών σχετικά με τις πιο σημαντικές απειλές, πιέσεις και δραστηριότητες για τον τόπο, ώστε αφενός να καθοριστούν οι στόχοι διατήρησης του σε συνάρτηση με τις γνωστές ή αναμενόμενες απειλές υποβάθμισης ή καταστροφής (σημαντικής επίπτωσης), αφετέρου να διασφαλιστεί ότι θα ληφθούν τα κατάλληλα (αποτελεσματικά) μέτρα και θα διεξαχθούν οι δέουσες αξιολογήσεις στη βάση του (προληπτικού) ελέγχου επιπτώσεων του άρθρου 6 παρ. 2-3 της εν λόγω οδηγίας. Στην επικαιροποίηση των SDF του έτους 2012, προφανώς για λόγους που συνδέονται με τις προειδοποιητικές επιστολές της Επιτροπής προς την Ελληνική Δημοκρατία σε σχέση με παραβάσεις κοινοτικού δικαίου από ανεξέλεγκτες χωροθετήσεις αιολικών σε Ζώνες Ειδικής Προστασίας της άγριας ορνιθοπανίδας, κατά παράβαση των υποχρεώσεων που απέρρεαν από άρθρου 6 παρ. 2-4 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και για να διευκολυνθεί η αδειοδότηση συγκεκριμένων project, ουσιαστικά διαγράφηκαν όλες οι αναφορές από τα SDF για τις αρνητικές επιδράσεις, στους τόπους για τους οποίους επρόκειτο, από αιολικές εγκαταστάσεις εφόσον δεν συμπεριλήφθηκε σε κανένα έντυπο για τις ΖΕΠ ο κωδικός αναφοράς C03.03 στο πεδίο «απειλές, πιέσεις και δραστηριότητες με επιπτώσεις στον τόπο». Σημειώνεται ότι στο πεδίο 1.6 των ΤΕΔ δεν αναφέρεται ο ανταποκριτής, δηλαδή η αρμόδια διοικητική αρχή (ειδικότερα η θέση στην διοικητική μονάδα) που τροποποίησε τις πληροφορίες του πεδίου 4.3. Στα ΤΕΔ του έτους 2011, ως ανταποκριτής, αναφερόταν η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία. Η υπόθεση της αλλοίωσης των πληροφοριών του πεδίου 4.3. των ΤΕΔ του έτους 2012 αναγκαστικά θα πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω και για τους εξής λόγους: 1. Το ΥΠΕΚΑ επισήμως δήλωσε στην ειδική διαδικτυακή θέση http://www.ypeka.gr/Default.aspx?tabid=504&language=el-GR (βλ. πληροφοριακό αρχείο PDF στην «Βάση δεδομένων των περιοχών Natura 2000 έτους 2012», ότι η βάση δεδομένων επικαιροποιήθηκε τον Νοέμβριο 2012 και πως η νέα επικαιροποίηση αφορούσε κατά κύριο λόγο στη μετατροπή του παλιού αρχείου περιγραφικών δεδομένων, στη νέα εγκεκριμένη μορφή του Τυποποιημένου Δελτίου Δεδομένων και στη συμπλήρωση πληροφοριών που αφορούν εν γένει στο νομικό πλαίσιο χαρακτηρισμού των Ειδικών Ζωνών Διατήρησης και των Ζωνών Ειδικής Προστασίας. 2. Το ΥΠΕΚΑ είχε προχωρήσει στη διαδικασία σύνταξης νομικού κειμένου για την εφαρμογή μέτρων στις ΖΕΠ με οριζόντιο τρόπο. Για την τεκμηρίωση των απαιτήσεων και απειλών των ειδών χαρακτηρισμού των ΖΕΠ, προκηρύχτηκε το 2007 η μελέτη με τίτλο: «Προσδιορισμός συμβατών δραστηριοτήτων σε σχέση με τα είδη χαρακτηρισμού των ΖΕΠ της ορνιθοπανίδας». Το παραδοτέο 2 έχει τίτλο «Ομαδοποίηση ειδών χαρακτηρισμού ανάλογα με τις οικολογικές τους απαιτήσεις» με περιγραφή των απειλών των ειδών χαρακτηρισμού των Ζωνών Ειδικής Προστασίας της άγριας ορνιθοπανίδας και κωδικό για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας/αιολικά #303#, το παραδοτέο 7 έχει τίτλο «Φύλλα περιγραφής απειλών-μέτρων ανά ΖΕΠ» και το παραδοτέο 8 είχε τίτλο «Οδηγός απαιτήσεων, απειλών και ενδεδειγμένων μέτρων για τα είδη χαρακτηρισμού».Βλ. http://www.ypeka.gr/Default.aspx?tabid=539&language=el-GR. Το ΥΠΕΚΑ αφού ενέκρινε τα παραδοτέα των εμπειρογνωμόνων στη συνέχεια προέβη στην αυθαίρετη απαλοιφή της απειλής από τα αιολικά ανά είδη και ΖΕΠ. 3. Οι απειλές για τα είδη ορνιθοπανίδας του παραρτήματος Ι της Οδηγίας 2009/147/ΕΚ από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (εννοείται ανεμογεννήτριες) έχουν καταχωρηθεί και στις εκθέσεις που υπέβαλαν τα κράτη μέλη του άρθρου 12 της Οδηγίας για την άγρια ορνιθοπανίδα.

Reporting under Article 12 of the Birds Directive (period 2008-2012) Member State Deliveries Ενδεικτικά βλ. κάτω




Βλ. ενημερωτικά δελτία ανά είδος

Πατήστε Species και  π.χ. πηγαίνετε στο είδος Bubo-Bubo (Μπούφος)/


ή στο είδος Short-toed Eagle - Circaetus gallicus (Φιδαετός)


ή στο είδος Falco peregrinus (Πετρίτης)

Υπάρχουν πολλά είδη πουλιών στη Ν.Α. Εύβοια, αξίζουν τον σεβασμό μας, είναι προστατευόμενα είδη στις ευρωπαϊκές περιοχές που εξαπλώνονται. Για κάθε είδος μπορείτε να δείτε σε ποιές περιοχές Natura αποτελεί είδος σχεδίασης και χαρακτηρισμού της πατώντας στο: Natura 2000 sites και ποιοί είναι οι κίνδυνοι για αυτό καθώς και η κατάσταση διατήρησης του στην Ευρώπη πατήστε: Threat and EU population status, όπου υπάρχουν και τα  Species fact sheets

 ________________________________________________________________

Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΔΕΕ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ ΤΟ ΣτΕ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ...

Ποια είναι τα νομικά κριτήρια που πρέπει να εφαρμόσει η (αρμόδια) αδειοδοτική αρχή κατά την αξιολόγηση της πιθανότητας ένα σχέδιο που εμπίπτει στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους να “παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου;


Νομίζω ότι έχει πλήρως τεκμηριωθεί πως όταν απεστάλη στις 11-09-2014 στις υπηρεσίες του άρθρου 19 του ν. 4014/14 ο φάκελος ΜΠΕ/ΕΟΑ  για τα αιολικά της ENEL, ο αυτός ήταν ελλιπής. Ειδάλλως δεν θα είχε αντικατασταθεί, (ως προς την EOA/ΖΕΠ 2014 σε σχέση με αυτή του 2016 δεν θα παραλείψουμε να κάνουμε μερικές αναφορές. Υπάρχει σοβαρός λόγος.).  Τι να πει κανείς για την ΔΙΠΑ/ΥΠΕΝ, δηλαδή την αμαρτωλή ΕΥΠΕ/ΥΠΕΚΑ/ΥΠΕΧΩΔΕ; Εφόσον έλειπαν ουσιώδη στοιχεία για την δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων στην ΖΕΠ της ΟΧΗΣ (την Ζώνη Ειδικής Προστασίας για την διατήρηση της άγριας ορνιθοπανίδας)  και την εκεί ΕΖΔ (την Ειδική Ζώνη Διατήρησης της Οδηγίας για τους φυσικούς οικοτόπους, πως θα ελάμβανε χώρα η δέουσα εκτίμηση με τις διατάξεις της οδηγίας για τους οικοτόπους; Η ίδια υπηρεσία δεν ήταν που ενέκρινε την ΜΠΕ/ΕΟΑ 2011 της DAMCO κλπ/ENEL; Ποια είναι τα νομικά κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζει η αρμόδια αρχή κατά την αξιολόγηση της πιθανότητας ένα σχέδιο/έργο που εμπίπτει στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους «να παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου»; Έχει εν τέλει η εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης στην Ελλάδα ως συνέπεια ότι ένα έργο τέτοιας έκτασης (οκτώ αιολικοί σταθμοί και τα συνοδευτικά τους έργα), δεν μπορεί να εγκριθεί, αν ενδέχεται να οδηγήσει σε μόνιμη μη ανανεώσιμη απώλεια ολόκληρου ή οποιουδήποτε μέρους του οικείου τόπου, με συνέπειες στα φιλοξενούμενα στην ίδια περιοχή είδη της Οδηγίας για την διατήρηση της άγριας ορνιθοπανίδας και της Οδηγίας για τις ΕΖΔ ως προς τα άλλα είδη;
Με βάση τη σαφώς διατυπωμένη, πάγια νομολογία ΔΕΕ η έγκριση ενός σχεδίου, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους, επιτρέπεται μόνον υπό την προϋπόθεση ότι οι αρμόδιες αρχές, αφού έχουν εντοπίσει όλες τις πτυχές του εν λόγω σχεδίου που θα μπορούσαν, καθαυτές ή σε συνδυασμό με άλλα σχέδια, να επηρεάσουν την επίτευξη των στόχων διατήρησης του οικείου τόπου και αφού έχουν λάβει υπόψη τις πιο προωθημένες επιστημονικές γνώσεις επί του θέματος, έχουν διαμορφώσει την πεποίθηση ότι το συγκεκριμένο σχέδιο δεν πρόκειται να έχει επιβλαβείς επιπτώσεις για την ακεραιότητα του τόπου αυτού. Η πεποίθηση αυτή διαμορφώνεται όταν δεν υφίσταται, από επιστημονική άποψη, καμία εύλογη αμφιβολία ως προς τη μη ύπαρξη τέτοιων επιπτώσεων (βλ. επ’ αυτού α) απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Ισπανίας, «Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 85/337/ΕΟΚ – Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων έργων στο περιβάλλον – Οδηγία 92/43/ΕΟΚ – Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων – Άγρια πανίδα και χλωρίδα – Υπαίθρια ορυχεία – Περιοχή “Alto Sil” – Ζώνη ειδικής προστασίας – Τόπος κοινοτικής σημασίας – Καφέ αρκούδα (Ursus arctos) – Αγριόκουρκος (Tetrao urogallus)», στην υπόθεση C‑404/09 σκέψη 99 (βλ. και προτάσεις Γενικής Εισαγγελέως στην υπόθεση) και β) Solvay κ.λπ. κατά Région Wallonne (Βέλγιο), με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Cour constitutionnelle (Βέλγιο), Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 16ης Φεβρουαρίου 2012 «Εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σχεδίων — Έννοια της “νομοθετικής πράξεως” — Αξία και περιεχόμενο των διευκρινίσεων που παρέχει ο Οδηγός για την εφαρμογή της συμβάσεως του Ώρχους — Χορήγηση άδειας για σχέδιο χωρίς να έχουν εκτιμηθεί δεόντως οι επιπτώσεις του στο περιβάλλον — Πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα — Έκταση του δικαιώματος προσφυγής — Οδηγία περί οικοτόπων — Σχέδιο ή έργο που παραβλάπτει την ακεραιότητα του τόπου — Επιτακτικός λόγος σημαντικού δημοσίου συμφέροντος», στην υπόθεση C-182/10 σκέψη 67). Εφόσον η αρμόδια αρχή είναι υποχρεωμένη να μην εγκρίνει το σχέδιο που της έχει υποβληθεί, αν υπάρχει αβεβαιότητα ως προς τη μη ύπαρξη επιβλαβών επιπτώσεων για την ακεραιότητα του οικείου τόπου, το κριτήριο που προβλέπει σχετικά με την έγκριση το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για τους οικοτόπους, εμπεριέχει την αρχή της προφύλαξης και παρέχει τη δυνατότητα αποτελεσματικής αποτροπής των απειλών που ενέχουν για την ακεραιότητα των προστατευόμενων τόπων τα υπό εξέταση σχέδια. Ένα λιγότερο αυστηρό κριτήριο έγκρισης δεν θα μπορούσε να διασφαλίσει το ίδιο αποτελεσματικά την επίτευξη του σκοπού της προστασίας των τόπων, τον οποίο ακριβώς επιδιώκει η εν λόγω διάταξη (βλ. απόφαση Waddenvereniging και Vogelbeschermingsvereniging, C-1127/02, σκέψεις 57 και 58). Όσον αφορά την εκτίμηση που πραγματοποιείται κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους, διευκρινίζεται ότι δεν πρέπει να παρουσιάζει κενά και πρέπει να περιέχει πλήρη, ακριβή και οριστικά συμπεράσματα και διαπιστώσεις, ώστε να αίρεται κάθε εύλογη αμφιβολία, από επιστημονική άποψη, ως προς τις επιπτώσεις των σχεδιαζόμενων εργασιών στον οικείο προστατευόμενο τόπο (βλ. επ’ αυτού την απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑404/09, σκέψη 100 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
Στην υπόθεση C-258/11, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ που υπέβαλε το Supreme Court (Ιρλανδία), στο πλαίσιο της δίκης των Peter Sweetman, Ireland, Attorney General, Minister for the Environment, Heritage and Local Government (Υπουργού Περιβάλλοντος, Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Τοπικής Αυτοδιοίκησης) κατά του An Bord Pleanála δηλ. του Ιρλανδικού Συμβουλίου Σχεδιασμού, υπέρ του οποίου έχουν παρέμβει το Galway County Council και το Galway City Council (το Συμβούλιο της Κομητείας του Galway και ο Δήμος Galway), το διακύβευμα ήταν η οριστική απώλεια 1,47 εκταρίων, δηλαδή περίπου 15 στρεμμάτων ασβεστολιθικών πλακών εντός του ΤΚΣ του Lough Corrib. Ναι μόνο 15 στρέμματα.


Το «An Bord Pleanala» το οποίο είναι η αρμόδια εθνική αρχή στην Ιρλανδία, υπό την έννοια του άρθρου 6 της οδηγίας, είχε εκδώσει στις 20 Νοεμβρίου 2008 μια απόφαση, με την οποία ενέκρινε το σχέδιο κατασκευής ενός δρόμου που θα διέσχιζε ένα τμήμα του τόπου «Lough Corrib». Το σχέδιο για την κατασκευή του δρόμου αυτού είναι γνωστό ως «N6 Galway City Outer Bypass road scheme». Αν το σχέδιο οδοποιίας προχωρούσε, θα χάνονταν οριστικά 1,47 εκτάρια ασβεστολιθικών πλακών. Η N6 θα παρέκαμπτε την πόλη του Galway. Το σχέδιο πρόβλεπε ότι ένα μέρος της οδού αυτής θα διέσχιζε τον ΤΚΣ Lough Corrib. Κατόπιν επέκτασης του ΤΚΣ αυτού, ο εν λόγω τόπος καλύπτει πλέον συνολικά δεκατέσσερις οικοτόπους περιλαμβανόμενους στο παράρτημα Ι της οδηγίας για τους οικοτόπους, από τους οποίους έξι είναι τύποι οικοτόπων προτεραιότητας, μεταξύ των οποίων καταλέγονται οι ασβεστολιθικές πλάκες καρστικού τύπου, δηλαδή ο προστατευόμενος οικότοπος τον οποίο συγκεκριμένα αφορούσε η υπόθεση της κύριας δίκης. Το Συμβούλιο Σχεδιασμού, πριν εκδώσει την επίδικη απόφαση, είχε διορίσει έναν εμπειρογνώμονα επιθεωρητή για να εκτιμήσει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που θα είχε στον εν λόγω τόπο (μεταξύ άλλων) το σχέδιο οδοποιίας. Ο επιθεωρητής αυτός, στο πλαίσιο των καθηκόντων του, επιθεωρούσε τον τόπο επί εννέα μήνες και οργάνωσε μια σειρά συναντήσεων, οι οποίες διάρκεσαν συνολικά 21 ημέρες και κατά τις οποίες οι ενδιαφερόμενοι διατύπωσαν τις παρατηρήσεις τους προφορικώς και/ή εγγράφως. Κατόπιν της επιθεώρησης και βάσει των στοιχείων που υποβλήθηκαν και των επιχειρημάτων που διατυπώθηκαν κατά τις συναντήσεις αυτές, ο επιθεωρητής κατάρτισε έκθεση, την οποία υπέβαλε στο Συμβούλιο Σχεδιασμού μαζί με ορισμένες συστάσεις. Στην έκθεση αυτή εξέφραζε την άποψη ότι η απώλεια «του 1,5 περίπου εκταρίου» ασβεστολιθικών πλακών πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με τα 85 εκτάρια ασβεστολιθικών πλακών που περιλαμβάνονταν στην επέκταση του αρχικού τόπου Lough Corrib –διότι, κατά τη γνώμη του, η επέκταση αποτελεί «χωριστή υποπεριοχή» του όλου τόπου– και όχι σε σχέση με τα 270 εκτάρια ασβεστολιθικών πλακών που περιλαμβάνει ολόκληρος ο επίμαχος τόπος. Ο επιθεωρητής επισήμανε επίσης ότι η έκταση ασβεστολιθικών πλακών που θα εξαφανιζόταν λόγω του σχεδίου κατασκευής του δρόμου είχε μειωθεί σε «σημαντικό», κατά τη γνώμη του, βαθμό (από 3,8 εκτάρια σε 1,5), κατόπιν της λήψης μέτρων για τον περιορισμό της απώλειας ασβεστολιθικών πλακών. Όσον αφορά την ίδια την απώλεια, ο επιθεωρητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «αυτή η σχετικά μικρή απώλεια δεν θα παραβλάψει τελικά, από ποσοτική άποψη, την ακεραιότητα της οικείας περιοχής». Όσον αφορά τα ζητήματα κατάτμησης και ενοχλήσεων, το συμπέρασμά του ήταν ότι «το σχέδιο οδικής ανάπτυξης δεν θα επηρεάσει σοβαρά την επίτευξη των στόχων διατήρησης του τόπου ούτε την ακεραιότητά του». Ο επιθεωρητής κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι δεν θα ήταν παράλογο «να εκτιμηθεί ότι υπάρχουν μεγάλες και σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις που καθιστούν αναγκαία τη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων περιορισμού τους». Από τη διάταξη περί παραπομπής προέκυπτε σαφώς ότι ο επιθεωρητής, όταν χρησιμοποίησε στην έκθεσή του τη φράση «μεγάλες και σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις», ακολούθησε τις κατευθυντήριες γραμμές που έχει δώσει η Irish National Roads Authority (Ιρλανδική Εθνική Υπηρεσία Οδικού Δικτύου). Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές αυτές, οποιαδήποτε μόνιμη επίπτωση σε τόπο της ίδιας κατηγορίας με τον τόπο Lough Corrib θα πρέπει να τεκμαίρεται «σοβαρά αρνητική». Η χρήση της φράσης αυτής δηλαδή θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφερόταν στη μονιμότητα των επιπτώσεων. Το Συμβούλιο Σχεδιασμού, με την από 20 Νοεμβρίου 2008 απόφαση του, συμφώνησε με την εκτίμηση του επιθεωρητή σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του σχεδίου. Το Συμβούλιο Σχεδιασμού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το αναπτυξιακό σχέδιο, «μολονότι θα έχει τοπικά σοβαρές επιπτώσεις στον [τόπο] Lough Corrib, δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του [τόπου]. Το αναπτυξιακό σχέδιο […] δεν πρόκειται συνεπώς να έχει ανεπίτρεπτα αποτελέσματα στο περιβάλλον και συμβιβάζεται με τον ορθό σχεδιασμό και την αειφόρο ανάπτυξη στην περιοχή». Με την απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2009 το High Court απέρριψε την αίτηση του P. Sweetman να του επιτραπεί η άσκηση προσφυγής και επικύρωσε την απόφαση του An Bord. Στις 6 Νοεμβρίου 2009 εππετράπη στον P. Sweetman να υποβάλει αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του Supreme Court. Το εν λόγω δικαστήριο στη συνέχεια διαπίστωσε ότι είχε ορισμένες αμφιβολίες σχετικά με το ζήτημα πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί ένα σχέδιο ή έργο, όταν πραγματοποιείται η δέουσα εκτίμησή του κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους, να «παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου». Συναφώς το εν λόγω δικαστήριο επισήμανε ότι η απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, C-127/02, Waddenvereniging και Vogelbeschermingsvereniging, βλ. και εισαγγελικές προτάσεις στην υπόθεση της JULIANE KOKOTT δεν είχε διαλύσει τελείως όλες τις αμφιβολίες του αυτές. Υπό τις συνθήκες αυτές το Supreme Court αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)Ποια είναι τα νομικά κριτήρια που πρέπει να εφαρμόσει η αρμόδια αρχή κατά την αξιολόγηση της πιθανότητας ένα σχέδιο που εμπίπτει στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους να “παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου”;
2) Έχει η εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης ως συνέπεια ότι ένα τέτοιο σχέδιο δεν μπορεί να εγκριθεί, αν ενδέχεται να οδηγήσει στη μόνιμη μη ανανεώσιμη απώλεια ολόκληρου ή οποιουδήποτε μέρους του οικείου οικοτόπου; 3) Ποια είναι η σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ του άρθρου 6, παράγραφος 4, [της εν λόγω οδηγίας] και της κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, λήψης της απόφασης ότι το σχέδιο δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου;»
Ήταν η ευκαιρία για το ΔΕΕ να επιβεβαιώσει και να συμπληρώσει την νομολογία του για το άρθρο 6 της Οδηγίας Φύση 2000. Το Δικαστήριο σκέφτηκε ως εξής: « ... σκ. 28. Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους προβλέπει μια διαδικασία εκτίμησης που αποσκοπεί στο να εξασφαλίζεται ότι, χάρη στη διεξαγωγή προληπτικού ελέγχου, ένα σχέδιο μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του οικείου τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάσει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, θα εγκρίνεται μόνον εφόσον δεν θα παραβλάπτει την ακεραιότητα του τόπου αυτού (προαναφερθείσα απόφαση Waddenvereniging και Vogelbeschermingsvereniging, σκέψη 34, και απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2012, C-182/10, Solvay κ.λπ., σκέψη 66).
29. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει συνεπώς δύο φάσεις. Κατά την πρώτη φάση, την οποία ρυθμίζει η πρώτη περίοδος της ίδιας αυτής διάταξης, επιβάλλεται στα κράτη μέλη η υποχρέωση να προβαίνουν σε δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει ένα σχέδιο επί ενός προστατευόμενου τόπου, εφόσον είναι πιθανό ότι το σχέδιο αυτό θα επηρεάσει σημαντικά τον εν λόγω τόπο (βλ. επ’ αυτού την προαναφερθείσα απόφαση Waddenvereniging και Vogelbeschermingsvereniging, C-127/02, σκέψεις 41 και 43).
30. Συναφώς, αν ένα σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση ενός τόπου, ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων διατήρησης του τόπου αυτού, πρέπει να θεωρείται ως δυνάμενο να επηρεάσει σημαντικά τον τόπο αυτό. Η εκτίμηση αυτού του κινδύνου πρέπει να γίνεται υπό το πρίσμα ιδίως των ειδικών περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών και συνθηκών του τόπου τον οποίο αφορά το σχέδιο (βλ. επ’ αυτού την προαναφερθείσα απόφαση Waddenvereniging και Vogelbeschermingsvereniging, σκέψη 49).
31. Κατά τη δεύτερη φάση, την οποία ρυθμίζει η δεύτερη περίοδος του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους και η οποία διεξάγεται μετά από τη δέουσα εκτίμηση, το εν λόγω σχέδιο μπορεί να εγκριθεί μόνο υπό την προϋπόθεση ότι δεν παραβλάπτει την ακεραιότητα του οικείου τόπου, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 4 του ίδιου αυτού άρθρου.
32. Συναφώς, για να εξακριβωθεί η έννοια της φράσης «παραβλάπτει την ακεραιότητα του τόπου», επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι, όπως επισήμανε και η γενική εισαγγελέας στο σημείο 43 των προτάσεών της, οι διατάξεις του άρθρου 6 της οδηγίας για τους οικοτόπους πρέπει να ερμηνεύονται ως ενιαίο σύνολο σε σχέση με τους στόχους διατήρησης που επιδιώκονται με την εν λόγω οδηγία. Συγκεκριμένα, οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου αυτού αποσκοπούν στη διασφάλιση ίδιου επιπέδου προστασίας για τους φυσικούς οικοτόπους και τους οικοτόπους ειδών (βλ. επ’ αυτού την απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2011, C-404/09, Επιτροπή κατά Ισπανίας, , σκέψη 142), ενώ η παράγραφος 4 του εν λόγω άρθρου αποτελεί απλώς διάταξη που παρεκκλίνει από τη δεύτερη περίοδο της εν λόγω παραγράφου 3. Το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας καθιστούν δυνατή την επίτευξη του ουσιώδους σκοπού της διατήρησης και της προστασίας της ποιότητας του περιβάλλοντος, περιλαμβανομένης της διατήρησης των φυσικών οικοτόπων και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, και επιβάλλουν μια γενική υποχρέωση προστασίας, που αποσκοπεί στην αποτροπή της υποβάθμισης και των ενοχλήσεων που θα μπορούσαν να έχουν σημαντικές συνέπειες από την άποψη των σκοπών της οδηγίας αυτής (απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2010, C-226/08, Stadt Papenburg, σκέψη 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία όπως και τις  εισαγγελικές προτάσεις)» ... 
... «36 Κατά συνέπεια, οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να τηρούν μια σειρά ειδικών υποχρεώσεων και διαδικασιών, με σκοπό τη διασφάλιση, όπως προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, της διατήρησης, ή ενδεχομένως της αποκατάστασης σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, των φυσικών οικοτόπων και ιδιαίτερα των ειδικών ζωνών διατήρησης.
37. Συναφώς το άρθρο 1, στοιχείο εʹ, της οδηγίας για τους οικοτόπους προβλέπει ότι η κατάσταση της διατήρησης ενός φυσικού οικοτόπου θεωρείται ικανοποιητική, μεταξύ άλλων, όταν η περιοχή της φυσικής κατανομής του και οι εκτάσεις που περιέχει μένουν σταθερές ή αυξάνονται και η δομή και οι ειδικές λειτουργίες που απαιτούνται για τη μακροπρόθεσμη συντήρησή του υφίστανται και είναι δυνατόν να συνεχίσουν να υφίστανται κατά το προβλεπτό μέλλον.
38. Στο πλαίσιο αυτό το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας για τους οικοτόπους, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα προστασίας, προκειμένου να διατηρούνται τα οικολογικά χαρακτηριστικά των τύπων φυσικών οικοτόπων (βλ. αποφάσεις της 20ής Μαΐου 2010, C-308/08, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2010, σ. I-4281, σκέψη 21, και της 24ης Νοεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Ισπανίας, προαναφερθείσα, σκέψη 163).
39. Κατά συνέπεια, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι προϋπόθεση για να μην παραβλάπτεται η ακεραιότητα ενός τόπου ως φυσικού οικοτόπου, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για τους οικοτόπους, είναι η διατήρησή του σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, πράγμα που συνεπάγεται, όπως τόνισε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 54 έως 56 των προτάσεών της, τη διασφάλιση της διατήρησης των συστατικών χαρακτηριστικών του οικείου τόπου που έχουν σχέση με την παρουσία ενός τύπου φυσικού οικοτόπου, του οποίου ο σκοπός διατήρησης αποτέλεσε τον λόγο καταχώρισης του τόπου αυτού στον κατάλογο των ΤΚΣ, κατά την έννοια της οδηγίας αυτής.
40. Η έγκριση ενός σχεδίου, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους, επιτρέπεται συνεπώς μόνον υπό την προϋπόθεση ότι οι αρμόδιες αρχές, αφού έχουν εντοπίσει όλες τις πτυχές του εν λόγω σχεδίου που θα μπορούσαν, καθαυτές ή σε συνδυασμό με άλλα σχέδια, να επηρεάσουν την επίτευξη των στόχων διατήρησης του οικείου τόπου και αφού έχουν λάβει υπόψη τις πιο προωθημένες επιστημονικές γνώσεις επί του θέματος, έχουν διαμορφώσει την πεποίθηση ότι το συγκεκριμένο σχέδιο δεν πρόκειται να έχει επιβλαβείς επιπτώσεις για την ακεραιότητα του τόπου αυτού. Η πεποίθηση αυτή διαμορφώνεται όταν δεν υφίσταται, από επιστημονική άποψη, καμία εύλογη αμφιβολία ως προς τη μη ύπαρξη τέτοιων επιπτώσεων (βλ. επ’ αυτού προαναφερθείσες αποφάσεις της 24ης Νοεμβρίου 2011, C-404/09 Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 99, καθώς και Solvay κ.λπ., C-182/10, σκέψη 67).
41. Συναφώς επισημαίνεται ότι, αφού η αρμόδια αρχή είναι υποχρεωμένη να μην εγκρίνει το σχέδιο που της έχει υποβληθεί, αν υπάρχει αβεβαιότητα ως προς τη μη ύπαρξη επιβλαβών επιπτώσεων για την ακεραιότητα του οικείου τόπου, το κριτήριο που προβλέπει σχετικά με την έγκριση το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για τους οικοτόπους εμπεριέχει την αρχή της προφύλαξης και παρέχει τη δυνατότητα αποτελεσματικής αποτροπής των απειλών που ενέχουν για την ακεραιότητα των προστατευόμενων τόπων τα υπό εξέταση σχέδια. Ένα λιγότερο αυστηρό κριτήριο έγκρισης δεν θα μπορούσε να διασφαλίσει το ίδιο αποτελεσματικά την επίτευξη του σκοπού της προστασίας των τόπων, τον οποίο ακριβώς επιδιώκει η εν λόγω διάταξη (προαναφερθείσα απόφαση Waddenvereniging και Vogelbeschermingsvereniging, σκέψεις 57 και 58).
42. Η παραπάνω διαπίστωση ισχύει κατά μείζονα λόγο για την υπόθεση της κύριας δίκης, διότι ο οικότοπος που πρόκειται να επηρεαστεί από το υπό εξέταση σχέδιο οδοποιίας ανήκει στην κατηγορία των τύπων φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας, τους οποίους ορίζει το άρθρο 1, στοιχείο δʹ, της εν λόγω οδηγίας ως τους «τύπους φυσικών οικοτόπων που διατρέχουν τον κίνδυνο να εξαφανιστούν» και για τη διατήρηση των οποίων η Ευρωπαϊκή Ένωση φέρει «ιδιαίτερη ευθύνη».
43. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν μπορούν συνεπώς να εγκρίνουν παρεμβάσεις που ενέχουν τον κίνδυνο μόνιμης αλλοίωσης των οικολογικών χαρακτηριστικών των τόπων οι οποίοι περιλαμβάνουν τύπους φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας. Αυτό συμβαίνει π.χ. στην περίπτωση που η παρέμβαση ενέχει τον κίνδυνο εξαφάνισης ή μερικής και ανεπανόρθωτης καταστροφής ενός τύπου φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας που περιλαμβάνεται στον οικείο τόπο (βλ., όσον αφορά την εξαφάνιση ειδών προτεραιότητας, τις προαναφερθείσες αποφάσεις της 20ής Μαΐου 2010, Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 21, και της 24ης Νοεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 163).
44. Όσον αφορά την εκτίμηση που πραγματοποιείται κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους, διευκρινίζεται ότι δεν πρέπει να παρουσιάζει κενά και πρέπει να περιέχει πλήρη, ακριβή και οριστικά συμπεράσματα και διαπιστώσεις, ώστε να αίρεται κάθε εύλογη αμφιβολία, από επιστημονική άποψη, ως προς τις επιπτώσεις των σχεδιαζόμενων εργασιών στον οικείο προστατευόμενο τόπο (βλ. επ’ αυτού την προαναφερθείσα απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 100 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν η εκτίμηση των επιπτώσεων επί του τόπου ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις αυτές.
45. Υπενθυμίζεται ότι στην υπόθεση της κύριας δίκης ο ΤΚΣ του Lough Corrib χαρακτηρίστηκε ως τόπος που περιλαμβάνει έναν τύπο οικοτόπου προτεραιότητας λόγω κυρίως της παρουσίας ασβεστολιθικών πλακών στον τόπο αυτό, δηλαδή ενός φυσικού πόρου ο οποίος, αν καταστραφεί, δεν μπορεί να αντικατασταθεί. Αν ληφθούν υπόψη τα κριτήρια που αναφέρθηκαν παραπάνω, ο στόχος διατήρησης συνίσταται επομένως στη διατήρηση των συστατικών χαρακτηριστικών του εν λόγω τόπου σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, δηλαδή στην παρουσία ασβεστολιθικών πλακών.
46. Επομένως, αν η αρμόδια εθνική αρχή, κατόπιν της δέουσας εκτίμησης των επιπτώσεων ενός σχεδίου για έναν τόπο, η οποία πραγματοποιείται κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας για τους οικοτόπους, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εκτέλεση του σχεδίου αυτού θα οδηγήσει σε μόνιμη και ανεπανόρθωτη απώλεια ολόκληρου ή ενός μέρους ενός τύπου φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας, ο στόχος διατήρησης του οποίου αποτέλεσε τον λόγο για τον χαρακτηρισμό του τόπου αυτού ως ΤΚΣ, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το σχέδιο αυτό παραβλάπτει την ακεραιότητα του εν λόγω τόπου.
47. Υπό τις συνθήκες αυτές, το εν λόγω σχέδιο δεν επιτρέπεται να εγκριθεί σύμφωνα με τη διάταξη αυτή. Στις περιπτώσεις αυτές πάντως η αρμόδια αρχή μπορεί ενδεχομένως να παρέχει την έγκρισή της δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπει η διάταξη αυτή (βλ. επ’ αυτού την προαναφερθείσα απόφαση Waddenvereniging και Vogelbeschermingsvereniging, σκέψη 60).
48. Κατόπιν των παραπάνω σκέψεων, στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένα σχέδιο που δεν συνδέεται άμεσα ή δεν είναι άμεσα αναγκαίο για τη διαχείριση ενός τόπου παραβλάπτει την ακεραιότητα του τόπου αυτού, αν ενδέχεται να εμποδίσει τη διασφάλιση της διατήρησης των συστατικών χαρακτηριστικών του οικείου τόπου που έχουν σχέση με την παρουσία ενός φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας, του οποίου ο σκοπός διατήρησης αποτέλεσε τον λόγο καταχώρισης του τόπου αυτού στον κατάλογο των ΤΚΣ, κατά την έννοια της οδηγίας αυτής. Για να γίνει η εξακρίβωση αυτή, πρέπει να εφαρμόζεται η αρχή της προφύλαξης.».
Η προδικαστική απόφαση είχε ως εξής: «Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένα σχέδιο που δεν συνδέεται άμεσα ή δεν είναι άμεσα αναγκαίο για τη διαχείριση ενός τόπου παραβλάπτει την ακεραιότητα του τόπου αυτού, αν ενδέχεται να εμποδίσει τη διασφάλιση της διατήρησης των συστατικών χαρακτηριστικών του οικείου τόπου που έχουν σχέση με την παρουσία ενός φυσικού οικοτόπου προτεραιότητας, του οποίου ο σκοπός διατήρησης αποτέλεσε τον λόγο καταχώρισης του τόπου αυτού στον κατάλογο των τόπων κοινοτικής σημασίας, κατά την έννοια της οδηγίας αυτής. Για να γίνει η εξακρίβωση αυτή, πρέπει να εφαρμόζεται η αρχή της προφύλαξης.».
 
Δείτε παρακαλώ τα  41-76 σημεία των εισαγγελικών προτάσεων στην υπόθεση, πρόκειται για ένα αριστουργηματικό σύνολο νομικών σκέψεων, ιδίως οι 50-60 περί ακεραιότητας, βλ. « ... 58. Τι είναι όμως ένα επιβλαβές αποτέλεσμα και τι σημαίνει το ρήμα «παραβλάπτει»; Εδώ θα ήταν χρήσιμο να γίνει διάκριση μεταξύ τριών περιπτώσεων. 59. Ένα σχέδιο μπορεί να συνεπάγεται κάποια τελείως προσωρινή υποβάθμιση του τόπου, η οποία μπορεί να διορθωθεί πλήρως –με άλλα λόγια, ο τόπος μπορεί να επανέλθει σύντομα στην ενδεδειγμένη κατάσταση διατήρησής του. Ένα τέτοιο παράδειγμα θα μπορούσε να είναι η εκσκαφή για την τοποθέτηση υπόγειου αγωγού εντός του τόπου, αλλά κοντά στα εξωτερικά όριά του. Υπό την προϋπόθεση ότι οποιαδήποτε υποβάθμιση του τόπου μπορεί να διορθωθεί, δεν παραβλάπτεται (κατά τη γνώμη μου) η ακεραιότητα του τόπου. 60. Αντίστροφα όμως, τα μέτρα που συνεπάγονται μόνιμη καταστροφή ενός τμήματος του οικοτόπου λόγω του οποίου χαρακτηρίστηκε ο τόπος ως τόπος κοινοτικής σημασίας πρέπει, κατά την άποψή μου, να θεωρούνται εξ ορισμού επιβλαβή. Είναι πιθανό ότι, λόγω της καταστροφής αυτής, θα διακυβευθεί σοβαρά –και ανεπανόρθωτα– η επίτευξη των στόχων διατήρησης του τόπου. Τα περιστατικά της υπόθεσης της κύριας δίκης στην προκείμενη περίπτωση ανήκουν στην κατηγορία αυτή.». Αλλά και  την  «... 61. Στην τρίτη κατηγορία ανήκουν τα σχέδια των οποίων τα αποτελέσματα επί του οικοτόπου βρίσκονται κάπου στη μέση μεταξύ των δύο άκρων που περιγράφηκαν παραπάνω. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχουν αναπτυχθεί λεπτομερή επιχειρήματα σχετικά με το αν τα σχέδια αυτά πρέπει (ή δεν πρέπει) να θεωρούνται ότι «παραβλάπτουν την ακεραιότητα του τόπου». Νομίζω ότι θα ήταν φρόνιμο να μην ασχοληθούμε καθόλου με το ζήτημα αυτό, το οποίο θα επιλυθεί ενδεχομένως σε κάποια μελλοντική υπόθεση.». ... «66. Οι απαιτήσεις του άρθρου 6, παράγραφος 4, είναι μεν ηθελημένα αυστηρές, αλλά θα ήθελα να επισημάνω ότι δεν αποτελούν ανυπέρβλητα εμπόδια για την έγκριση ενός σχεδίου. Η Επιτροπή δήλωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι σε μία μόνο από τις 15 έως 20 αιτήσεις γνωμοδότησης που της έχουν υποβληθεί μέχρι σήμερα βάσει της εν λόγω διάταξης έχει δώσει αρνητική απάντηση.». ...  «67. Με δεδομένο αυτό το γενικό πλαίσιο, νομίζω ότι δεν μπορεί να είναι ορθή καμία ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 3, που να παρέχει μικρότερη προστασία από αυτή που παρέχει το άρθρο 6, παράγραφος 4. Αν τα κράτη μέλη είχαν την υποχρέωση να «λαμβάνουν κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο» στην περίπτωση εκτέλεσης σχεδίου κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 4, με σκοπό την προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000, και συγχρόνως είχαν την ευχέρεια να εγκρίνουν περισσότερα σχέδια μικρότερης εμβέλειας δυνάμει της παραγράφου 3, έστω και αν τα σχέδια αυτά συνεπάγονται μόνιμες ή μακρόχρονες βλάβες ή καταστροφές, αυτό θα ήταν ασυμβίβαστο με την όλη οικονομία της ρύθμισης που προβλέπει το άρθρο 6. Η ερμηνεία αυτή δεν θα καθιστούσε άλλωστε δυνατή την πρόληψη του φαινομένου που η Επιτροπή χαρακτηρίζει ως «αργό θάνατο», δηλαδή του φαινομένου που συνίσταται σε σωρευτικές απώλειες οικοτόπων ως αποτέλεσμα της έγκρισης της εκτέλεσης πολλών ή πολλαπλών σχεδίων μικρής εμβέλειας στον ίδιο τόπο. ... 76. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, φρονώ ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, για να διαπιστωθεί αν ένα σχέδιο που εμπίπτει στο άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας παραβλάπτει την ακεραιότητα ενός τόπου, πρέπει να εξακριβώνεται κατά πόσον το σχέδιο αυτό έχει αρνητικές επιπτώσεις στα συστατικά στοιχεία του τόπου αυτού, λαμβανομένων υπόψη των λόγων για τους οποίους έχει επιλεγεί ο τόπος αυτός και των συναφών στόχων διατήρησης. Πρέπει να γίνεται δεκτό ότι οι επιπτώσεις που είναι μόνιμες ή διαρκούν επί πολύ παραβλάπτουν την ακεραιότητα αυτή. Κατά την εξακρίβωση αυτή πρέπει να εφαρμόζεται η αρχή της προφύλαξης. 


Ο σχεδιασμός για τη παράκαμψη της την πόλης του Galway δεν υλοποιήθηκε βλ. http://www.thejournal.ie/ecj-ruling-galway-bypass-n6-865786-Apr2013/. Φανταστείτε να είχε βγει μια τέτοια απόφαση από ελληνικό δικαστήριο τι θα επακολουθούσε με πρωτεργάτες τους κανίβαλους των ΜΜΕ και όχι μόνον. Έκτοτε κατατίθενται νέα σχέδια, βλ. https://www.rte.ie/news/connacht/2018/0123/935319-galway-bypass/...Ο Sweetman, είναι γιος του πρώην υπουργού Οικονομικών Gerard Sweetman. Έχει αντιταχθεί σε έναν σημαντικό υποσταθμό της ESB https://www.esb.ie/ στο Ratheniska, Co Laois και αγωνίστηκε κατά του αγωγού φυσικού αερίου Corrib της Shell. Αντιτάχθηκε στην κατασκευή αιολικών στο Rhode, County Offaly (Σύνδεσμος: https://en.wikipedia.org/wiki/Rhode,_County_Offaly, βλ. και «Anti turbine group to fundraise for judicial review») και στο project Coillte που σχεδιάστηκε για το Cluddaun, που απορρίφθηκε από την αρχή σχεδιασμού για περιβαλλοντικούς λόγους. Το αιολικό σύμπλεγμα των 48 στροβίλων θα αποτελούσε μέρος του μεγαλύτερου αιολικού δικτύου στην Ιρλανδία, μαζί με ένα άλλο σύμπλεγμα με 112 ανεμογεννήτριες στο Bellacorick. Σύνδεσμος: https://www.facebook.com/MoyValleyProtection/
Ο Sweetman είναι σταθερά απέναντι σε πολλά ενεργειακά έργα στην Ιρλανδία
https://www.boards.ie/b/thread/2057303699/10
Πολύ πρόσφατα μαζί με τους People Over Wind κέρδισε ακόμη μια ακόμη σημαντική υπόθεση στο ΔΕΕ που αφορά στο στάδιο εξέτασης των λεγόμενων μέτρων μετριασμού των γραμμών ηλεκτρικής διασύνδεσης ενός project αιολικών στο Cullenagh Forest 10km νότια από το Portlaoise, Co Laois Ιρλανδία. Το Court of Appeal της Ιρλανδίας είχε απορρίψει την προσφυγή των People Over Wind, αλλά το High Court (Ανώτερο Δικαστήριο της Ιρλανδίας) υπέβαλε αίτηση προδικαστικής αποφάσεως η οποία περιήλθε στο ΔΕΕ στις 30 Μαΐου 2017, στο πλαίσιο της δίκης People Over Wind, Peter Sweetman κατά Coillte Teoranta.
Βλ. αυτή την (σημαντική) απόφαση της 12ης Απριλίου 2018 «Προδικαστική παραπομπή – Περιβάλλον – Οδηγία 92/43/ΕΟΚ – Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων – Ειδικές ζώνες διατηρήσεως – Άρθρο 6, παράγραφος 3 – Προέλεγχος με σκοπό να διαπιστωθεί εάν είναι αναγκαία η εκτίμηση των επιπτώσεων ενός σχεδίου σε ειδική ζώνη διατηρήσεως – Μέτρα τα οποία μπορούν να ληφθούν υπόψη για τον σκοπό αυτό» στην υπόθεση C-323/17, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το High Court (Ανώτερο Δικαστήριο, Ιρλανδία).
https://www.irishtimes.com/news/environment/european-court-upholds-claims-of-laois-wind-farm-objectors-1.34655
Βλέπετε το ΔΕΕ δεν εμπνέεται από τον λεγόμενο "εθνικισμό του κλίματος" και οι αποφάσεις του στηρίζονται στο περιβαλλοντικό δίκαιο της Ε.Ε. διαμορφώνοντας υψηλού επιπέδου νομολογιακά δεδομένα για την διατήρηση των περιοχών Natura, ενώ εδώ..
 




Στην υπόθεση C‑141/14 «Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 2009/147/ΕΚ – Διατήρηση των αγρίων πτηνών – Ζώνες ειδικής προστασίας Kaliakra και Belite skali – Οδηγία 92/43/ΕΟΚ – Προστασία των φυσικών οικοτόπων και των ειδών που ζουν σε άγρια κατάσταση – Τόπος κοινοτικής σημασίας Kompleks Kaliakra – Οδηγία 2011/92/ΕΕ – Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων στο περιβάλλον – Ratione temporis εφαρμογή του συστήματος προστασίας – Υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων των ειδών και ενοχλήσεις των ειδών – Αιολική ενέργεια – Τουρισμός», Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, η Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 14ης Ιανουαρίου 2016 ήταν ακόμη πιό προωθημένη. Η Γενική Εισαγγελεύς J. KOKOTT ανέφερε στις προτάσεις της ότι  τόσο η προστασία των πτηνών όσο και η εκμετάλλευση της αιολικής ενέργειας έχουν ως σκοπό τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος. Εντούτοις, ενδέχεται να μη συμβιβάζονται μεταξύ τους, όπως μαρτυρούσε η  προσφυγή της Επιτροπής στο ΔΕΕ (μετά την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής της 22ας Ιουνίου 2012). Η προσφυγή αφορούσε  κυρίως εγκαταστάσεις αιολικής ενέργειας, σε περιοχή της Βουλγαρίας η οποία, κατά την εκτίμηση πολλών ορνιθολόγων, έχει ιδιαίτερη σημασία για την προστασία των πτηνών. Wind Farms in Balchik and Kaliakra, Via Pontica resort. Σε λειτουργία - 354 (το 2015 - 330). Εγκεκριμένες - 1295 (το 2015 - 1423) Σύμφωνα με την ενεργή διαδικασία ΕΠΕ - 267. Μετά την απόφαση πάγωσε η περαιτέρω κατασκευή των προγραμματισμένων-αδειοδοτημένων.




Σε άλλη απόφαση, στην υπόθεση C‑404/09, επιβεβαιώθηκε ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη, προκειμένου να διαπιστωθεί παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους οικοτόπους, να αποδείξει την ύπαρξη σχέσεως αιτίου και αποτελέσματος μεταξύ της λειτουργίας των ορυχείων και των σημαντικών διαταράξεων για τον αγριόκουρκο. Δεδομένου ότι σκοπός της παραγράφου 2 του άρθρου 6 της οδηγίας για τους οικοτόπους και της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου είναι να διασφαλιστεί το ίδιο επίπεδο προστασίας, αρκούσε η Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη πιθανότητας ή κινδύνου να προκαλέσει η λειτουργία των ορυχείων σημαντικές διαταράξεις για το συγκεκριμένο είδος (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, υπόθεση C-241/08, «Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 92/43/ΕΟΚ – Άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3 – Εσφαλμένη μεταφορά – Ειδικές ζώνες διατηρήσεως – Σημαντικές επιπτώσεις σχεδίου στο περιβάλλον – “Μη οχλών” χαρακτήρας ορισμένων δραστηριοτήτων – Εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον» σκέψη 32, και απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011, C-2/10, Azienda Agro-Zootecnica Franchini και Eolica di Altamura, «Περιβάλλον – Οδηγία 92/43/ΕΟΚ – Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας – Οδηγία 79/409/ΕΟΚ – Διατήρηση των αγρίων πτηνών – Ειδικές ζώνες διατηρήσεως ανήκουσες στο ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο Natura 2000 – Οδηγίες 2009/28/ΕΚ και 2001/77/ΕΚ – Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας – Εθνικοί κανόνες – Απαγόρευση εγκαταστάσεως ανεμογεννητριών που δεν προορίζονται για ίδια τελική κατανάλωση – Απουσία εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου», σκέψη 41).

Η εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 3 και 4 γίνεται σε στάδια, και σε κάθε βήμα αξιολογείται αν απαιτείται εφαρμογή του επομένου. Τα στάδια αυτά είναι τα παρακάτω:




Όπως βλέπετε ο βηματισμός προβλέπει μη χορήγηση αδείας στο δεύτερο στάδιο εάν η αρμόδια αρχή δεν έχει διαμορφώσει την πεποίθηση ότι το συγκεκριμένο σχέδιο δεν πρόκειται να έχει επιβλαβείς επιπτώσεις για την ακεραιότητα του τόπου για τον οποίο πρόκειται και όχι στο τρίτο



















Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ LIFE+ KAI ΕΡΓΟΛΑΒΙΕΣ ΑΙΟΛΙΚΩΝ

ΟΙ ΑΝΕΜΟΓΕΝΝΗΤΡΙΕΣ, Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟ DTBIRD